Οι ιεραποστολικές καταβολές του συγχρόνου οικουμενισμού.

ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ ΠΕΤΡΟΣ ALBAN HEERS

Ορόσημα στη προ του 1920 πορεία του

Εισαγωγή. Η ιστορική έρευνα και το Εκκλησιολογικό πλαίσιο του Οικουμενισμού

 Γίνεται σήμερα γενικά δεκτό από πολλούς Ορθοδόξους ότι η σύγχρονη Οικουμενική κίνηση ξεκίνησε με την Πατριαρχική Εγκύκλιο του 1920 «Προς τας απανταχού Εκκλησίας του Χριστού». Επιπλέον αποτελεί κοινή πεποίθηση ότι η κίνηση για την χριστιανική ενότητα προήλθε από την αναζήτηση για ενότητα «εν αληθεία» και δογματική συμφωνία. Συνεπώς θα προκαλέσει έκπληξη σε πολλούς, όταν ανακαλύψουν ότι η ιστορική έρευνα καταρρίπτει και τους δυο αυτούς ισχυρισμούς.

Η ιστορική αλήθεια είναι ότι η σύγχρονη οικουμενική κίνηση έχει τις καταβολές της στην Προτεσταντική ιεραποστολική κίνηση του 19ου αιώνα και στην επιθυμία των μελών του διομολογιακού προτεσταντικού κινήματος των «ευαγγελικών» για μια «αδελφική ενότητα» (unity in fellowship) με κύριο σκοπό την επιτυχία στο ιεραποστολικό πεδίο. Ο Willem Saayman, ένας Πρτεστάντης ειδικός σε θέματα ιεραποστολής , αρχίζει την μελέτη του για την ιεραποστολή και την ενότητα με τα ακόλουθα λόγια: « Η οικουμενική κίνηση δεν προέρχεται απλώς από το πάθος για ενότητα. Πηγάζει από το πάθος για ενότητα, που είναι τελείως συγχωνευμένο με την ιεραποστολή»(1) Ωστόσο η ενοποίηση της ιεραποστολής και του οικουμενισμού στον προτεσταντικό κόσμο προχώρησε βήμα βήμα και όχι χωρίς εμπόδια, στην βάση παγκόσμιων ομολογιακών συμμαχιών και συμφώνων αποφυγής αμοιβαίου προσηλυτισμού (comity agreements) (2) κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα και συνεσίστηκε με τα διεθνή φοιτητικά κινήματα και τα ιεραποστολικά συνέδρια. Έτσι η ενοποίηση ιεραποστολής και οικουμενισμού αποτέλεσε ένα νέο παράδειγμα εκκλησιαστικής ενότητας- «χάριν της εκχριστιάνισης του κόσμου»- πάνω στο οποίο από το 1910 και μετά κτίσθηκε η οικουμενική κίνηση(3)

Είναι συνεπώς, φανερό ότι πολύ πριν την δημοσίευση της εγκυκλίου του 1920 και της εισόδου των Ορθοδόξων στον διάλογο, οι προϋποθέσεις και οι παράμετροι της συμμετοχής είχαν ήδη τεθεί, χωρίς να απηχούν ή καν να λαμβάνουν υπόψιν τις Ορθόδοξες εκκλησιολογικές αρχές(4). Το εκκλησιολογικό πλαίσιο εντός του οποίου η Οικουμενική Κίνηση σφυρηλατήθηκε, μορφοποιήθηκε, αναπτύχθηκε και λειτουργεί μέχρι σήμερα είναι – με κάποιες τροποποιήσεις – προϊόν του Ευαγγελικού Προτεσταντικού Κινήματος του 19ου αιώνα.

Στην προκείμενη εισήγηση θα εξετάσουμε αυτή την «Ευαγγελική Εκκλησιολογία», την προϊστορία του Οικουμενισμού, τις καταβολές της στην Προτεσταντική Ιεραποστολή και το ιστορικό και θεολογικό περιβάλλον μέσα στο οποίο εισήλθαν οι Ορθόδοξοι με την προσχώρησή τους στην Οικουμενιστική Κίνηση. Ειδικότερα θα σταθούμε σε κάποια ορόσημα από τα οποία πέρασε ο Οικουμενισμός, μέχρι την στιγμή της προσχώρησης των Ορθοδόξων.

Ορόσημο Πρώτο. Το Προτεσταντικό Ιεραποστολικό Κίνημα του 19ου αιώνα

Η πορεία ξεκινά με τις λεγόμενες «Μεγάλες Ευαγγελικές Αφυπνίσεις»(Great Evangelical Awakenings). Προκειμένου να εκτιμηθεί σωστά η Σύγχρονη Οικουμενική Κίνηση και ειδικότερα τα Παγκόσμια Ιεραποστολικά Συνέδρια, είναι σημαντικό να κατανοηθεί ο θεμελιώδης ρόλος που έπαιξαν οι «Μεγάλες Αφυπνίσεις» του 19ου αιώνα οι Μεταρρυθμισμένες Ομολογίες είχαν γνωρίσει την μεγαλύτερη κάμψη της θρησκευτικής ζωντάνιας τους και είχαν μεγάλη ανάγκη πνευματικής αναζωογόνησης(5). Αυτή η αναζοωγόνηση ήλθε με το κίνημα της Ευαγγελικής Αφύπνισης, οι ρίζες του οποίου ανιχνεύονται στο Πιετιστικό κίνημα της Γερμανίας, στις αρχές του Μεθοδισμού της Μεγάλης Βρετανίας και στην λεγόμενη «Μεγάλη Αφύπνιση» (Great Awakening) των Αμερικανών αποικιστών(6). Αν και το κύριο κίνητρό του ήταν ο Βρετανικός Ευαγγελισμός, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί υπερεθνικό, καθόσον εξαπλώνονταν από χώρα σε χώρα.(7)

Το πνεύμα πάντως και η ιθύνουσα δύναμις αυτού του κινήματος ήταν ένα: το πάθος για ιεραποστολή. Από αυτό το πάθος δημιουργήθηκαν σύλλογοι, πρωτοβουλίες και οργανώσεις, όπου Προτεστάντες διαφόρων εθνικοτήτων και ομολογιών «συνασπίσθηκαν για να κερδίσουν τον κόσμο υπέρ του Χριστού»(8).

Το ιεραποστολικό αυτό κίνημα που προήλθε από την Ευαγγελική Αφύπνιση(9) δεν λειτούργησε μέσα σε κενό, αλλά επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από τις ιστορικές συνθήκες. Το όνειρο του εκχριστιανισμού των ειδωλολατρών όλης της γης φάνηκε ξαφνικά πραγματοποιήσιμο με την βοήθεια του αποικισμού και της αποικιοκρατίας και για αυτό στην πρακτική εφαρμογή του στηρίχθηκε κατά πολύ στις Δυτικές Δυνάμεις, ιδιαίτερα στην Αγγλία και την Αμερική. Έτσι, στο πάντρεμα της ιεραποστολής με τον αποικισμό, εκτός από το πάθος για «εκχριστιανισμό» του κόσμου προστέθηκε και το καθήκον του «εκπολιτισμού» του.

Ο Samuel Worcester της αμερικάνικης πτέρυγας των αποκαλουμένων «Εξωτερικών Ιεραποστολών» περιέγραψε του στόχους της οργάνωσής του με την ακόλουθη ιεράρχηση: «Να κάνουμε όλη την φυλή Αγγλόφωνη, να την εκπολιτίσουμε στις συνήθειές της και να την εκχριστιανίσουμε ως προς την θρησκεία της: αυτό είναι το παρόν σχέδιο»(10).

Πάντως αν για τον Αμερικανό Προτεστάντη ιεραπόστολο ο «εκχριστιανισμός» ήταν αχώριστος από τον «εκπολιτισμό», ο Χριστιανισμός χωρίς το εμπόριο δεν ήταν ελκυστικός για τον Άγγλο Προτεστάντη. Ο εξερευνητής-ιεραπόστολος David Livingston το 1856 ηλέκτρισε το Βρετανικό έθνος με τα περιπετειώδη ταξίδια του στην Αφρική, στήνοντας πρώτος μια συμμαχία μεταξύ «εμπορίου, πολιτισμού και Χριστιανισμού», η οποία στο εξής θα χαρακτήριζε τις βρετανικές προτεσταντικές ιεραποστολές, κατά την εποχή της  αποικιοκρατίας. Με την καλλιέργεια της κλίσης των ιθαγενών για εμπόριο, ο Λίβινγκστον ισχυρίσθηκε ότι: «τα κέρδη που μπορούν να αντληθούν από εμπορικής απόψεως είναι αναρίθμητα, αλλά δεν πρέπει να χάσουμε από τα μάτια μας και τις ανεκτίμητες ευλογίες που είμαστε σε θέση να χαρίσουμε στον αφώτιστο Αφρικανό, προσφέροντας του το φως του Χριστιανισμού. Αυτοί οι δύο σκαπανείς του πολιτισμού -Χριστιανισμός και εμπόριο- πρέπει να παραμείνουν αχώριστοι»(11).

Ωστόσο το εμπόριο από μόνο του δεν ήταν αρκετό για να εμψυχώσει αυτό που οι Προτεστάντες ιστορικοί αποκαλούν τη «μεγαλύτερη μέχρι σήμερα γεωγραφική επέκταση της Πίστης»(12). Ήταν κυρίως η ραγδαία αύξηση του ιεραποστολικού ζήλου και των συναφών οργανώσεων των Ευαγγελικών που προκάλεσε εκείνο που ο Ρούφους Άντερσον περιέγραψε ως «την δεδηλωμένη προσδοκία και επιδίωξη να εργαστούμε – πρώτη φορά μετά την αποστολική εποχή – για τον εκχριστιανισμό ολόκληρου του ειδωλολατρικού κόσμου»(13).

Πίσω από την έκρηξη των ιεραποστόλων βρίσκονταν η επιθυμία των Προτεσταντών να δραπετεύσουν από τον συμβατικό και πειθαρχημένο τρόπο ζωής τους και να ανακαλύψουν «ότι βρίσκεται πέρα από τα σύνορα της συμβατικής ζωής»(14). Όμως αυτή η αισιοδοξία και ο οραματισμός(15) που χαρακτήριζε την ιεραποστολή στα μέσα του 19ου αιώνα βασίζοντανκαι σε σημαντικά οικονομικά και τεχνολογικά μέσα, που αυτή είχε πλέον στην διάθεσή της. Έτσι με την αλλαγή του αιώνα ο John Mott, ο εκπρόσωπος των παγκόσμιων ιεραποστόλων των Προτεσταντών(16), τόλμησε να μιλήσει για τον «ευαγγελισμό του κόσμου μέσα σε αυτήν την γενεά»(17). Οι έξι Προτεσταντικές ιεραποστολικές οργανώσεις των αρχών του 19ου αιώνα είχαν γίνει περί τα τέλη του πεντακόσιες τριάντα επτά (537). Έβλεπε επίσης, μια απαράμιλλη ευκαιρία για εξουσία, που οι δυτικοί κυβερνήτες είχαν επί του ενός τρίτου του «μη ευαγγελιζομένου κόσμου»(18). «Φαίνεται απολύτως εφικτό» γράφει ο Μοτ, «το να γεμίσει η γη με την γνώση του Χριστού, πριν παρέλθει η παρούσα γενεά… Τώρα ο ατμός και ο ηλεκτρισμός έχουν συνδέσει τον κόσμο. Η Εκκλησία του Θεού βρίσκεται στην ανιούσα. Έχει στον άμεσοο έλεγχο της την ισχύ, τον πλούτο και την γνώση του κόσμου»(19).

     Αυτό το παγκόσμιο προτεσταντικό ιεραποστολικό όραμα έθεσε τις βάσεις για τον επόμενο «οικουμενιστικό αιώνα» με δυο σημαντικούς τρόπους:

Πρώτον: έβγαλε τον Προτεσταντισμό από την γεωγραφική του απομόνωση και τον έφερε σε επαφή με πολιτισμούς και θρησκείες όλου του κόσμου, αλλά και σε συνειδητοποίηση της δικής του ομολογιακής κατάτμησης, η οποία μεταφυτεύθηκε πλέον στο ιεραποστολικό πεδίο. (Προξενεί εντύπωση το ότι οι πιο θερμοί υποστηρικτές του Οικουμενισμού, γύρω στην αλλαγή του αιώνα, είναι οι αρχηγοί των νεοπαγών ιεραποστόλων της Κίνας και της Ινδίας. Τα τέκνα της διαίρεσης καλούν τους πατέρες τους σε απολογία).

Δεύτερον: βασισμένοι στην αποικιακή, οικονομική και συγκοινωνιακή επέκταση, η παγκόσμια εξάπλωση του Προτεσταντισμού αποβαίνει σημαντικός παράγοντας στα πρώτα στάδια της «παγκοσμιοποίησης»(20), η οποία έχει οικοδομηθεί πάνω στην φιλοσοφία και τον πολιτισμό της Προτεσταντικής Δύσης(21).

Έτσι το παμπροτεσταντικό ιεραποστολικό εγχείρημα έγινε εφαλτήριο της Οικουμενικής Κίνησης και προετοίμασε το έδαφος για την άφιξη του επόμενου «οικουμενιστικού αιώνα» και την μετάβαση από την ιεραποστολική στην «οικουμενιστική εκκλησιολογία».

Ορόσημο Δεύτερο. Η «αόρατη εκκλησία» της Ευαγγελικής Εκκλησιολογίας

Μέσα σε μια ατμόσφαιρα φορτισμένη από ιεραποστολική προσδοκία και φιλοδοξία ετοιμάσθηκε το έδαφος για τον σπόρο του Οικουμενισμού. Ένας ιστορικός περιγράφει τα ενοποιητικά αποτελέσματα της Ευαγγελικής Αφύπνισης ως εξής:

«Στην πρώτη της ενθουσιώδη φάση, η αμεσότητα της Αφύπνισης, η αίσθηση της χιλιαστικής προσδοκίας που προκάλεσε, η φρεσκάδα της ευαγγελιστικής εμπειρίας, το κίνημα ανανέωσης, όλα εξυπηρέτησαν την δημιουργία ενός δυνατού αισθήματος αδελφοσύνης μεταξύ αυτών που αφυπνίσθηκαν. Οι Αρμίνιοι και οι Καλβινιστές, οι της Άνω και της Κάτω Εκκλησίας και οι Αντικομφορμιστές πέτυχαν μια ενότητα πρωτοφανούς επιπέδου»(22).

Αυτό το αίσθημα αδελφοσύνης δεν παρέμεινε μόνο συναίσθημα, αλλά εκφράσθηκε και θεσμικά. Το 1846 στο Λονδίνο δημιουργήθηκε «μια επί τούτω οργάνωση για την έκφραση της ενότητας μεταξύ των Χριστιανών που ανήκαν σε διαφορετικές εκκλησίες, η Ευαγγελική Συμμαχία»(23). Σ’ αυτήν συμμετείχαν οκτακόσιοι Ευαγγελικοί ηγέτες, που ανήκαν σε περισσότερες από πενήντα δύο προτεσταντικές ομολογίες. Με την συμμαχία αυτή θεωρήθηκε ότι «η πραγματικότητα της Χριστιανικής ενότητας βρήκε επιτέλους σωματειακή έκφραση»(24).

Η Ευαγγελική Συμμαχία ήταν μια οργάνωση που «απέβλεπε στο να κάνει ορατή την ‘ Αόρατη Εκκλησία’, ώστε ο κόσμος να γνωρίζει»(25). Με την βοήθειά της οι Ευαγγελικοί «έμαθαν να αισθάνονται εν Χριστώ ως εν, πέρα από εθνικά και εκκλησιαστικά σύνορα, συνασπίσθηκαν σε εθελοντικές οργανώσεις και άρχισαν να βλέπουν την μεταξύ τους συνεργασία για την υπηρεσία του Κυρίου σαν ένα κανονικό και ευχάριστο μέρος της χριστιανικής ζωής»(26).

Ενωμένοι στην ιεραποστολική εμπειρία, παρά τις δογματικές τους διαφορές, οι Ευαγγελικοί βρήκαν μια ενότητα που μπορεί να θεωρηθεί ως μια από τις πρώτες εκφράσεις του σύγχρονου οικουμενιστικού πνεύματος(27). Όπως γράφει ο T. V. Philip, οι Ευαγγελικοί συνειδητοποίησαν ότι: «κατείχαν μια κοινή εμπειρία, που τους ξεχώριζε καθοριστικά από τους άλλους και τους ένωνε στην αδελφότητα μιας αόρατης εκκλησίας του Χριστού, στην οποία ανήκαν όλοι οι λεγόμενοι ‘ζωντανοί’ Χριστιανοί. Το ‘Ευαγγελικό’ φαινόμενο δεν ήταν ζήτημα θεολογικού στοχασμού, αλλά μάλλον ένας γενικός παροξυσμός εμπειρίας… Γι’ αυτούς (τους Ευαγγελικούς), αν οι θεολογίες μπορούσαν να διαιρούν, η εμπειρία μπορούσε να ενώνει»(28).

Έτσι λοιπόν το πάθος για ευαγγελισμό προκάλεσε το πάθος για ενότητα. Και αυτό εκφράσθηκε τόσο σε πρακτικό επίπεδο, προς μεγαλύτερη ιεραποστολική επιτυχία, όσο και σε θεωρητικό, με την Ευαγγελική αντίληψη περί αόρατης εκκλησίας και περί ενότητας ως θέματος καρδιάς, θέματος πνευματικού και όχι οργανωτικού(29). Η εξάπλωση και η αποδοχή αυτής της αντίληψης της εκκλησίας σε όλους τους Ευαγγελικούς κύκλους, αλλά και πέρα από αυτούς, κατέστη δυνατή με την εμφάνιση της λεγομένης «ιεραποστολικής οργάνωσης» (missionary society), που ήταν μη εκκλησιαστικό και ταυτόχρονα υπερ- εκκλησιαστικό.

Η Προτεστάντις ιστορικός Routh Rouse αναφέρει τα εξής για τις Ευαγγελικές «ιεραποστολικές οργανώσεις» : «Δεν ήταν οικουμενικές ως προς τον σκοπό…, αλλά … ήταν οικουμενικές ως προς το αποτέλεσμα… Δημιούργησαν μια συνείδηση ενότητας, μια ‘αίσθηση σύμπνοιας’ μεταξύ Χριστιανών από διάφορες εκκλησίες. Αν και σπανίως διατυπώνονταν η διήκουσα αντίληψη περι χριστιανικής ενότητας που κρυβόταν κάτω από τον κοινό αγώνα, ήταν ότι όλοι οι αληθινοί Χριστιανοί έχουν κοινή εν Χριστώ ζωή και ως εκ τούτου είναι εν και αυτό το εν είναι η ουσιαστική χριστιανική ενότητα»(30).

Ένα «καινούργιο πράγμα» εμφανίσθηκε στην Χριστιανική ιστορία: μια αόρατη «εκκλησία», ταυτόχρονα εντός και υπεράνω των εκκλησιών. Οι Ευαγγελικοί ζούσαν διπλή ζωή: ήταν έντιμα και πιστά μέλη της εθνικής εκκλησίας, αλλά γνώριζαν επίσης στις καρδιές τους ότι μοιράζονταν μια κοινή πίστη και εμπειρία με άλλους Ευαγγελικούς, «που υπερέβησαν τα δογματικά σύνορα και τις θεολογικές ομάδες»(31). Το μέγιστο κακό για τους Ευαγγελικούς της εποχής, που έβλεπαν σαν κύρια αποστολή τους τον ευαγγελισμό των ειδωλολατρών, ήταν η «δογματική μισαλλοδοξία». Η ίδρυση το 1795 της Ιεραποστολικής Οργάνωσης του Λονδίνου, που ξεκίνησε σαν ενωτική προσπάθεια των Congrational-ιστών, των πρεσβυτεριανών, των Μεθοδιστών και των Αγγλικανών, χαιρετίστηκε ως η «κηδεία της μισαλλοδοξίας»(32).

Έτσι λοιπόν μια «Ευαγγελική Εκκλησιολογία» εμφανίζεται μέσα από την κοινή ιεραποστολική εμπειρία, θεμελιωμένη πάνω στο σύνθημα: «Αν οι θεολογίες διαιρούν η εμπειρία ενώνει».

Με τους Ευαγγελικούς τα δογματικά τείχη γκρεμίζονται και η χριστιανική ενότητα θεμελιώνεται πάνω στην υποκειμενική εμπειρία, που παραμένει χωρισμένη από την θεολογική αλήθεια. Οι δογματικές και εκκλησιολογικές διαφορές παραβλέπονται χάριν ενός ομιχλώδους οράματος της «Χριστιανοσύνης». Κατ’ αυτόν τον τρόπο διασπάται η ενότητα θεολογίας και εμπειρίας, αλήθειας και ζωής, και μένει ανοιχτή η πόρτα για την δημιουργία μιας εκκλησίας ανάμεσα και υπεράνω των εκκλησιών, ενός είδους αόρατης υπερεκκλησίας, απαρτισμένης από όλους τους «ζωντανούς» Χριστιανούς, που κατέχουν ιδιαίτερα γνωρίσματα, εμπειρίες και γνώση.

Όταν όμως η ζωή διαχωρίζεται από την πίστη και η εμπειρία από την θεολογία, τότε πολύ σύντομα η τελευταία απορρίπτεται και περιφρονείται, πρώτα σαν κάτι κακό και ανούσιο και κατόπιν σαν κάτι ενοχλητικό και παρεμποδιστικό. Για τον λόγο αυτό στον προτεσταντικό κόσμο η επιμονή σε συγκεκριμένες θέσεις εκκλησιολογίας και κανονικής τάξης αντιμετωπίζεται σαν «μισαλλοδοξία». Όμως ο Ορθόδοξος Χριστιανός δεν επιμένει στις λεπτομέρειες του δόγματος λόγω στενομυαλίας ή εμπαθούς μισαλλοδοξίας, αλλά ακριβώς επειδή γνωρίζει που οδηγεί η αδιαφορία και η περιφρόνηση της αλήθειας για τον Χριστό και την Εκκλησία Του: στην διάλυση και διαίρεση που χαρακτηρίζει τον προτεσταντικό κόσμο και από κει στο αδιέξοδο της εκκοσμίκευσης.

Ορόσημο Τρίτο. Η Χριστιανική Ένωση Νέων (Χ.Ε.Ν) και τα Χριστιανικά Φοιτητικά Κινήματα.

Περί τα τέλη του 19ου αιώνα(33) εμφανίστηκαν δυο κινήματα, τα οποία «περισσότερο από κάθε άλλο επακόλουθο της Ευαγγελικής Αφύπνισης έμελλαν να προετοιμάσουν και να επηρεάσουν την πορεία της σύγχρονης οικουμενικής κίνησης». Αυτά τα κινήματα ήταν η Χριστιανική Ένωση Νέων (Χ.Ε.Ν.) (34) και το Φοιτητικό Χριστιανικό Κίνημα. Είναι προφανής ο κεντρικός ρόλος που έπαιξαν οι οργανώσεις αυτές στην ανάπτυξη του Οικουμενισμού, αν λάβει κανείς υπ’ όψιν ότι τα 4/5 αυτών που συγκεντρώθηκαν στην ιδρυτική συνέλευση του Παγκόσμιου Συμβουλίου των Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.) χρωστούσαν την «οικουμενική έμπνευσή» τους στη Χ.Ε.Ν. και στο Χριστιανικό Φοιτητικό Κίνημα(35).

Οι περισσότεροι ηγέτες των φοιτητικών κινημάτων, αν και ήταν αδιάφοροι για τα εκκλησιαστικά ζητήματα και για τις σχέσεις των εκκλησιών, ήταν ευαγγελικόφρονες, ιεραποστολικοί και συνειδητοί διεθνιστές. Προήγαγαν τα κινήματά τους σε διεθνείς οργανώσεις. Στράφηκαν προς την Ανατολή και την Αφρική και σκόπιμα ανεζήτησαν και εξεπαίδευσαν στελέχη με ανατολική καταγωγή. Αντελήφθησαν την στρατηγική σημασία του φοιτητικού κινήματος και το κατέστησαν ικανό να υπηρετήσει το οικουμενικό όραμα.

Το 1895, τα χριστιανικά φοιτητικά κινήματα πολλών χωρών είχαν ήδη ενωθεί στην Παγκόσμια Φοιτητική Χριστιανική Ομοσπονδία. Ο John Mott, το «σύμβολο και ο προφήτης» της μετάβασης από τον Ευαγγελισμό στον Οικουμενισμό και ο μέντωρ της Ομοσπονδίας, λίγες ημέρες μετά την ίδρυσή της, έγραφε τα ακόλουθα: «Η Ομοσπονδία θα… ενώσει το πνεύμα των φοιτητών του κόσμου [και] με αυτό θα επιτύχει ένα ακόμη πιο σημαντικό αποτέλεσμα: την επίσπευση της εκπλήρωσης της προσευχής του Κυρίου, ‘ίνα πάντες εν ώσιν’. Ασφαλώς δεν έχει εμφανισθεί πιο ελπιδοφόρα εξέλιξη προς μια πραγματική πνευματική ένωση της Χριστιανοσύνης από την Ομοσπονδία, που ενώνει σε ένα κοινό σκοπό και έργο τους μελλοντικούς αρχηγούς της Εκκλησίας και της Πολιτείας σε όλες τις χώρες»(36).

Ο John Mott ήταν αυτός που εν συνεχεία θα έπαιζε κεντρικό και καίριο ρόλο στο να εισέλθει η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Οικουμενική Κίνηση(37). Λόγω της επιμονής και της μαεστρίας του, δεκαέξι χρόνια αργότερα, το 1911 οργανώθηκε στην Κωνσταντινούπολη το Συνέδριο της Παγκόσμιας Φοιτητικής Χριστιανικής Ομοσπονδίας, με την «κοσμοϊστορική εκπροσώπηση των Ανατολικών Εκκλησιών»(38). Ο Mott εργάσθηκε πυρετωδώς για να φέρει τους Ορθοδόξους στο Φοιτητικό Κίνημα, ταξιδεύοντας εκτενώς στα Βαλκάνια και την Ρωσία(39), τόσο που μέχρι το 1911 είχε πεισθεί ότι η συνεργασία με τους Ορθοδόξους ήταν δυνατή. Προς επίρρωσιν μάλιστα της αισιοδοξίας του χρησιμοποιούσε τα λόγια του Γερμανού Στρηνόπουλου, Μητροπολίτη Θυατείρων και Εξάρχου Δυτικής Ευρώπης του Οικουμενικού Πατριαρχείου (πρώιμου φίλου και υποστηρικτή του Mott  και του Φοιτητικού Κινήματος): «Όπου οι καρδιές είναι ενωμένες, η αντίσταση του μυαλού θα μειωθεί. Η χαλάρωση των δεσμών της αγάπης ήταν αυτό που έφερε τις διαιρέσεις στον Χριστιανισμό»(40)

Η Routh Rouse, συνεργάτις του Mott και ιστορικός του Οικουμενισμού, γράφει για το Χριστιανικό Φοιτητικό Κίνημα «Ήταν η ιδέα ενός νέου τύπου χριστιανικής οργάνωσης, μια νέα αντίληψη της βάσης πάνω στην οποία οι Χριστιανοί διαφορετικών εκκλησιών θα μπορούσαν να ενωθούν για να κερδήσουν τον κόσμο για τον Χριστό σε βάση περισσότερο διομολογιακή ‘παρά μη ομολογιακή’»(41). Ήταν ένα κίνημα, το οποίο «ξεκίνησε με την πεποίθηση όλων ότι μοιράζονται την ίδια εν Χριστώ ζωή με τους πιστεύοντες συναδέλφους τους» και παράλληλα ανεγνώριζε την προσκόλληση των πιστών στα διάφορα Χριστιανική Σώματα, στα οποία» όπως εκείνοι πίστευαν, «διαιρείται το ένα Σώμα του Χριστού»(42).Τα Χριστιανικά Φοιτητικά Κινήματα έγιναν ο συνδετικός κρίκος που θα μετέφερε την Ευαγγελική Εκκλησιολογία πέρα από τα στενά όρια του Ευαγγελισμού. Τα φοιτητικά κινήματα μη-δογματικά, μη-εκκλησιαστικά, μη-μυστηριακά- ειρωνικά σηματοδότησαν ταυτόχρονα την αποσύνθεσητων Δυτικών ομολογιών και την επανασύνθεσή τους, αλλά κατά μη-εκκλησιαστικό τρόπο. Αναζητούσαν καθολικότητα, αλλά μόνο οριζόντια, όχι κάθετα, όχι διαχρονικά.

Μέσα λοιπόν από τέτοιες εμπειρίες, τις παραμονές του Συνεδρίου του Εδιμβούργου το 1910, οι Ορθόδοξοι οικουμενικοί ζηλωτές όπως ο Μητροπολίτης Θυατείρων Γερμανός Στρηνόπουλος, ετοιμάζονταν να λάβουν θέση στο τραπέζι της σύγχρονης οικουμενικής Κίνησης (43).

Πάρα ταύτα, η θέση του Στρηνόπουλου δεν ήταν η μόνη δυνατή. Υπήρχαν άλλοι Χριστιανοί που απέρριψαν το κάλεσμα του Mott για ενότητα και κοινωνία ακριβώς με την αιτιολογία ότι αυτοί που το εξέδωσαν αγνοούσαν την αιωνίως παρούσα ενότητα και κοινωνία της Εκκλησίας. Ένας τέτοιος διακεκριμένος Ορθόδοξος θεολόγος και ιεράρχης ήταν ο νεομάρτυρας Ιλαρίων (Τρόιτσκι). Μετά από μια επίσκεψη του John Mott στην Ρωσία, έγραψε τα ακόλουθα: «Οι άνθρωποι που αρνούνται σταθερά την Εκκλησία ομιλούν για «ευαγγελικές αρχές» και «ευαγγελική διδασκαλία», αλλά ο Χριστιανισμός ως ζωή είναι τελείως ξένος σ’ αυτούς… Ο Προτεσταντισμός έχει σκοτώσει την εν γένει Εκκλησιαστική ζωή, για την οποία ο Κύριος Ιησούς Χριστός προσευχήθηκε στην ιερή του προσευχή».

Ο Άγιος Ιερομάρτυρας έπειτα απευθύνθηκε ειδικότερα στο Φοιτητικό Κίνημα: «Ενώ άκουγα την διάλεξη για τη «Διεθνή Χριστιανική Φοιτητική Ένωση», η καρδιά μου γέμισε από λύπη και θλίψη. Πόσοι ειλικρινείς άνθρωποι που διψούν για τον Θεό, διψούν για την ζωή, λιώνουν από την πείνα και τρέφονται με το θήλαστρο από κάποια υπερπόντια φοιτητική ένωση. Είναι μήπως ότι δεν γνωρίζουν πως να χρησιμοποιούν τον άρτο στο σπίτι του Ουράνιου Πατέρα τους, την Ορθόδοξη Εκκλησία; Αρκεί μόνο να ξεχασθούν οι ‘ομοσπονδιακές βάσεις’, να δώσουν ελεύθερα τον εαυτό τους στην πλήρη υπακοή προς την Ορθόδοξη Εκκλησία και να προσκολληθούν στην πληρότητα της Εκκλησιαστικής ζωής, στην ζωή του Σώματος του Χριστού (προκειμένου να χρησιμοποιήσουν τους άφθονους άρτους)»(44).

Η κρίση του Αγίου Ιλαρίωνα δεν υιοθετήθηκε από εκείνους τους Ορθοδόξους, που έσπευσαν να συναδελφωθούν με τους ετεροδόξους χωρίς οι τελευταίοι προηγουμένως να ενωθούν με την αλήθεια και ην Εκκλησία. Υπάρχει όμως ακόμη ένα βήμα, που ο Προτεσταντικός κόσμος έπρεπε να κάνει πριν να συμμετέχουν οι Ορθόδοξοι στην αναζήτηση της ενότητας: το Εδιμβούργο το 1910.

Ορόσημο Τέταρτο: Εδιμβούργο 1910: Το λίκνο του Σύγχρονου Οικουμενισμού

Τι διεθνές Ιεραποστολικό Συνέδριο, που οργανώθηκε στο Εδιμβούργο το 1910, χαιρετίστηκε από τους ιστορικούς ως «η κορυφαία καμπή στην οικουμενική συνεργασία»(45), ως «ένα από τα μεγάλα ορόσημα στην ιστορία της Εκκλησίας» (46) και ως « το λίκνο του σύγχρονου οικουμενισμού»(47).

Το Εδιμβούργο ήταν το πρώτο συνέδριο που επεδίωξε να συμπεριλάβει μεγάλο αριθμό προτεσταντικών ομολογιών, και όχι μόνο ευαγγελικούς. «Από αυτό προήλθαν τα κινήματα που αργότερα συγχωνεύθηκαν για να σχηματίσουν το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών το 1948 και το Διεθνές Ιεραποστολικό Συμβούλιο, το οποίο αργότερα μετετράπη σε βραχίονα Ιεραποστολής και Ευαγγελισμού του ΠΣΕ το 1961. Πεπεισμένοι ότι ο Θεός τους καλούσε για τον ευαγγελισμό του κόσμου, οι απεσταλμένοι στο Εδιμβούργο αντιμετώπισαν τις εκκλησιαστικές διαιρέσεις σαν ιεραποστολική αδυναμία και την ενότητα στην ιεραποστολή σαν θεία επιταγή»(48).

Όταν δόθηκε τελικά το κάλεσμα για να έλθουν όλοι στο Εδιμβούργο, «to spend and to be spent» (για να ξοδέψουν και να αναλωθούν) στην Οικουμενική Κίνηση, η ηγεσία των Ευαγγελικών «ήταν ήδη εξοικειωμένη με την συνεδριακή διαδικασία με κεχωρισμένους εν τη πίστει αδελφούς»(49). Για μια ακόμη φορά ο John Mott , Μεθοδιστής λαϊκός και «πνευματικό παιδί του ανανεωτικού κινήματος», ήταν ο ιθύνων νους της συνάθροισης(50). Μαζί με τον Joseph H. Oldham, επίσης παιδί των φοιτητικών και ιεραποστολικών κινημάτων, ο Mott μετέτρεψε την σύναξη του Εδιμβούργου σε πεδίο εξάσκησης και ανάδειξης οικουμενιστικών ηγετών, έτσι ώστε ελάχιστοι από τους παρισταμένους «να ξεφύγουν από την μεταδοτική επιμόλυνση των ιδεών του συνεδρίου»(51).

Με τα εκκλησιαστικά και δογματικά ζητήματα εκτός επισήμου διατάξεως, το ενδιαφέρον κατευθυνόταν κυρίως στην ιεραποστολική στρατηγική και συνεργασία. Η ανάγκη για ενότητα στο ιεραποστολικό πεδίο διέπνεε όλο το συνέδριο. Οι ιεραπόστολοι «ήταν κυριολεκτικώς ικετευτικοί με την έκκλησή τους, η Εκκλησία του Χριστού να επανακτήσει την χαμένη από καιρό ενότητά της»(52). Ο φόβος της αύξησης και ανεξαρτητοποίησης των προκεχωρημένων ιεραποστολικών κοινοτήτων και της απομάκρυνσής τους από τις δυτικές παραδόσεις και τον δυτικό έλεγχο, οδήγησαν τις ιεραποστολικές οργανώσεις σε συνεργασία και ενότητα(53). Ο Lord Balfour, πρώην γραμματέας για την Σκωτία στο Βρετανικό Υπουργικό Συμβούλιο , αναγνώρισε την επιρροή των νέων εκκλησιών, όταν είπε ότι: «η ενότητα που ξεκίνησε στο ιεραποστολικό πεδίο θα επεκτείνει την επίδρασή της και θα επηρεάσει εμάς τους παλαιότερους πολιτισμούς»(54). Ο Επισκοπελιανός Επίσκοπος Brendt, που σύντομα θα διακρίνονταν ως ηγέτης του κινήματος «Πίστη και Τάξη», εξέφρασε την οξύτητα του προβλήματος ως εξής: «Εμείς οι ιεραπόστολοι περνούμε στιγμές βαριάς κατάθλιψης, όταν η συνείδηση μας λέγει, ότι είναι σχεδόν παράλογο το να προσπαθούμε να φέρουμε στην Εκκλησία του Χριστού τα μεγάλα έθνη της Άπω Ανατολής, χωρίς να μπορούμε να προτάξουμε ένα κοινό και αδιαίρετο μέτωπο»(55).

Η απόγνωση του Επισκόπου Brendt δεν είναι αβάσιμη. Στον Προτεσταντισμό του 19ου αιώνα, ο χωρισμός μεταξύ εκκλησίας και ιεραποστολής ήταν τόσο μεγάλος, σε σημείο που η «μοναδική πραγματικότητα για τους Χριστιανούς στο ιεραποστολικό πεδίο να είναι η ιεραποστολή», και να μην έχουν καν την συνείδηση ότι ανήκουν σε κάποια εκκλησία(56). Ωστόσο στο Εδιμβούργο η έννοια της εκκλησίας έκανε την εμφάνισή της τουλάχιστον θεωρητικά: «Η παγκόσμια ιεραποστολή του Χριστιανισμού έγινε εκκλησιοκεντρική» και η προκεχωρημένη ιεραποστολική κοινότητα ως διοικητική οντότητα έμελλε να θεωρηθεί ξεπερασμένη(57). Η μετάβαση από την παρα-εκκλησιαστικότητα στην δι-εκκλησιαστηκότητα είχε ξεκινήσει και έτσι γεννήθηκε η σύγχρονη Οικουμενική Κίνηση.

Μέσα λοιπόν από την ώθηση για ιεραποστολή είχε αποκαλυφθεί η διαίρεση, και η διαίρεση ήταν ένα σκάνδαλο, προς το οποίο οι νεοπαγείς ιεραποστολικές εκκλησίες αντέδρασαν, υπό την πίεση του εθνικισμού των αυτόχθονων. Η αντίδρασή τους αυτή ήταν η σπίθα που άναψε τον Οικουμενισμό στις μητρικές εκκλησίες: έναν Οικουμενισμό που διακρίνονταν από δογματικό μινιμαλισμό και «αδελφική ενότητα»(unity in fellowship). Η συνέλευση του Εδιμβούργου υπό την ηγεσία του Μοττ σηματοδότησε το μεσουράνημα της προσφοράς των Ευαγγελικών και το πέρασμα από την ευαγγελική στην οικουμενική εκκλησιολογία του Χριστιανισμού.

Μια «ενωμένη και ανανεωμένη εκκλησία» εξοπλισμένη για παγκόσμια ιεραποστολή και διακονία, κινούμενη πέρα από τα σύνορά της και ενώνοντας ολόκληρη την οικουμένη: Ιδού το νέο όραμα που ώθησε τους Προτεστάντες να φέρουν εις πέρας το απίστευτο δράμα του Εδιμβούργου και να ξεκινήσουν την σύγχρονη Οικουμενική Κίνηση. Ήταν ένα όραμα με «εσχατολογικές συνέπειες» και ορθά κάποιοι βλέπουν σ’ αυτό την παράξενη αντιστροφή της μέχρι τότε υπάρχουσας αντίληψης περί Χριστιανικής Εκκλησίας.

Στο Εδιμβούργο τα τείχη του δόγματος άρχισαν να πέφτουν και στη θέση τους να οικοδομείται η πεποίθηση ότι οι διαφορές θα ξεπερνιόταν, χωρίς να εγκαταλειφθούν(58). Λίγο μετά το Εδιμβούργο όμως οι Ορθόδοξοι θα εισέρχονταν στη σκηνή και θα υποχρεωνόταν να εργασθούν μέσα σε ένα τέτοιο θεωρητικό πλαίσιο, το οποίο δεν χωρούσε τις Ορθόδοξες εκκλησιολογικές προϋποθέσεις.

Ορόσημο Πέμπτο. Η Πατριαρχική Εγκύκλιος του 1920 και η πρώιμη Ορθόδοξη Συμμετοχή

Όπως είδαμε, μέσα στην πρώτη δεκαετία ου εικοστού αιώνα ο John Mott και οι συνεργάτες του επιζητούσαν έντονα την Ορθόδοξη συμμετοχή στο προτεσταντικό ανανεωτικό κίνημα για «αδελφική ενότητα» (unity in fellowship). Καρπός της εργασίας τους ήταν καταρχήν το «κοσμοϊστορικό» Συνέδριο της Παγκόσμιας Φοιτητικής Χριστιανικής Ομοσπονδίας (W.C.S.F.) στην Κωνσταντινούπολη το 1911, όπου ο Μητροπολίτης Θυατείρων Γερμανός βρέθηκε αντιμέτωπος με τον νωπό ακόμη ενθουσιασμό του συνεδρίου του Εδιμβούργου και άνδρες σαν τον John Mott,τον Σουηδό αρχιεπίσκοπο Nathan Söderblom και άλλους σκαπανείς της Οικουμενιστικής Κίνησης(59). Ο σκληρός πυρήνας του Εδιμβούργου θα επεκτείνετο κατόπιν για να συμπεριλάβει έναν αριθμό τοποθεσιών, επιλεγμένο ειδικά για το άνοιγμα του κινήματος προς την Ανατολή και το Νότο: ο Joseph H. Oldman συνέχισε το έργο του Παγκόσμιου Ιεραποστολικού Συμβουλίου, ο επίσκοπος Brendt ηγήθηκε του κινήματος «Πίστη και Τάξη», ο Nathan Söderblom υποστήριξε το κίνημα «Ζωή και Εργασία» και ούτω καθεξής. Εν μέσω αυτών των εξελίξεων, το 1920 ο Μητροπολίτς Θυατείρων Γερμανός και άλλοι συνέταξαν το κείμενο της ιστορικής Εγκυκλίου του Οικουμενικού Πατριαρχίου «Προς τας απανταχού Εκκλησίας του Χριστού».

Θα εστιάσουμε την προσοχή μας μόνο σε μια ιστορική και θεολογική πτυχή της Εγκυκλίου. Η Εγκύκλιος έκανε έκκληση για μια νέα θεώρηση των ομολογιών, «ώστε αυτές να μη θεωρούνται πλέον μεταξύ τους ξένες και άγνωστες, αλλά συγγενείς και σύνοικοι του Χριστού και «συγκληρονόμοι και σύσσωμοι και συμμέτοχοι της επαγγελίας αυτού εν Χριστώ Ιησού»(Εφ.3,6)(61).

Σχολιάζοντας αυτήν την ιδέα ο ίδιος ο Μητροπολίτης Θυατείρων Γερμανός γράφει τα εξής: «Στο συγκεκριμένο σημείο η ευρύτητα της αντίληψης της εγκυκλίου γίνεται προφανής από το ότι αυτή επεκτείνει την αντίληψη για τις σχέσεις μεταξύ πολλών διαφορετικών εκκλησιών»(62).

Η σημασία αυτής της ερμηνείας της εγκυκλίου από τον κύριο συντάκτη της και τον αρχιτέκτονα της συμμετοχής του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Οικουμενική κίνηση δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Εδώ βρίσκεται ο ακρογωνιαίος λίθος της οικουμενιστικής πολιτικής του Πατριαρχείου και το σημείο κλειδί για την συμπόρευση με την προϊούσα «οικουμενική εκκλησιολογία» των Προτεσταντών.

Ο Μητροπολίτης Θυατείρων Γερμανός, με την διεύρυνση της ένοιας της Εκκλησίας ώστε να συμπεριλάβει σώματα εκτός εκκλησιαστικής, μυστηριακής ή δογματικής κοινωνίας με την Ορθόδοξη Εκκλησία, συμπλέει αρμονικά τόσο με την προγενέστερη «Ευαγγελική Εκκλησιολογία», η οποία κάνει λόγο για «αδελφική ενότητα μιας αόρατης εκκλησίας του Χριστού στην οποία ανήκουν όλοι οι ‘ζωντανοί’ Χριστιανοί», όσο και με την ακόλουθη «οικουμενική εκκλησιολογία», που παρομοίως αποδέχεται την ύπαρξη ενός αόρατου «μυστικού» Σώματος του Χριστού αλλά και αναζητά την ορατή ενότητα εν Χριστώ.(63)

Η ριζοσπαστική νέα ερμηνεία του Μητροπολίτη Γερμανού και η διεύρυνση της διδασκαλίας του Αποστόλου Παύλου σχετικά με το Σώμα του Χριστού δεν ήταν περιορισμένη μόνο σ’ αυτόν, αλλά διεπότισε ολόκληρη την ατμόσφαιρα της οικουμενιστικής συνοδοιπορίας(64). Μ’ αυτόν τον τρόπο οι Ορθόδοξοι οικουμενιστές οδηγήθηκαν ενσυνειδήτως ή ασυνειδήτως, στην αποδοχή προτεσταντικών εκκλησιολογικών θέσεων και νοοτροπιών.

Πράγματι ήδη από το 1920, από την πρώτη κιόλας συγκέντρωσηστην οποία συμμετείχαν ορθόδοξοι εκπρόσωποι, εκείνοι ήταν οι πρώτοι που πρότειναν την συνεργασία για την ιεραποστολή. Εκ μέρους της Ορθθόδοξης Εκκλησίας, ο καθηγητής Αμίλκας Αλιβιζάτος από την Αθήνα παρουσίασε ένα πρόγραμμα για την δημιουργία μιας Ομοσπονδίας Εκκλησιών, το οποίο περιλάμβανε ως πρώτο στόχο του «την παύση του προσηλυτισμού μεταξύ των Χριστιανικών Εκκλησιών και την προώθηση της αμοιβαίας κατανόησης για τις Χριστιανικές ιεραποστολές στους μη Χριστιανικούς λαούς»(65).

Έτσι κιόλας από την αρχή της Ορθόδοξης συμμετοχής, οι Ορθόδοξοι Οικουμενιστές ακολούθησαν κατά πόδας τους Προτεστάντες προδρόμους τους, συνδέοντας τον Οικουμενισμό με την ιεραποστολή και υιοθετώντας την ακρογωνιαία μέθοδο του προτεσταντικού Οικουμενισμού: σύμφωνα αποφυγής αμοιβαίου προσηλυτισμού και αλληλοϋποστήριξη στην ιεραποστολή. Αυτό που ακόμη και σήμερα φαίνεται απίστευτο στους περισσότερους Ορθόδοξους Χριστιανούς – συνεργασία στην ιεραποστολή με τους ετεροδόξους – δεν αποτέλεσε ποτέ πρόβλημα για τους Ορθόδοξους οικουμενιστές. Στην πραγματικότητα αυτή η συνεργασία ήταν αρχικά για το Πατριαρχείο ένα από τα κίνητρα της συμμετοχής.

Επτά χρόνια αργότερα, το 1927, στο συνέδριο του «Πίστις και Τάξις» στην Λωζάνη, η διακήρυξη των Ορθοδόξων περιελάμβανε απόψεις αρκετά όμοιες με αυτές που είχαν εκφρασθεί από τους Προτεστάντες. Οι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι διακήρυξαν «ότι, αν και είμαστε διηρημένοι λόγω των δογματικών διαφορών, εν τούτοις είμαστε εν με τους εδώ αδελφούς μας, εν τη πίστει του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού»(66). Παρομοίως δέκα χρόνια αργότερα στο Εδιμβούργο, ο Μητροπολίτης Θυατείρων Γερμανός διάβασε πάλι μία δήλωση των Ορθοδόξων, η οποία αφού σημείωνε κάποιες Ορθόδοξες απόψεις, συμπεριελάμβανε μία σαφώς προτεσταντική εκκλησιολογική θεώρηση: «Αδελφοί!… Μαζί με σας θρηνούμε για τον διαμερισμό του αρράφου χιτώνος του Χριστού. Επιθυμούμε όσο εσείς την επανένωση των μελών του ενός σώματος του Χριστού»(67).

Επιπρόσθετα σε αυτήν την ξεχωριστή δήλωση οι Ορθόδοξοι προσχώρησαν στην υιοθέτηση του κειμένου: «Ζήτημα της βεβαίωσης της ένωσης εν πίστει στον Κύριο Ιησού Χριστό μας εν όψει της παγκόσμιας κατάστασης». Διαβάζουμε αποσπασματικά: «Είμαστε ένα εν πίστει στον Κύριο Ιησού Χριστό μας, τον ενσαρκωμένο λόγο του Θεού… Αυτή η ενότητα δεν συνιστάται στην νοητική συμφωνία ή συναίνεση των βουλήσεων. Θεμελιώνεται στον ίδιο τον Ιησού Χριστό, ο οποίος έζησε, πέθανε και ηγέρθη πάλι για να μας οδηγήσει στον Πατέρα, και ο οποίος δια του Αγίου Πνεύματος κατοικεί στην Εκκλησία Του… Η ενότητά μας είναι ενότητα καρδιάς και πνεύματος. Είμαστε διχασμένοι στους εξωτερικούς τύπους της εν Χριστώ ζωής μας, διότι αντιλαμβανόμαστε διαφορετικά το θέλημά του για την Εκκλησία Του… Γνωρίζουμε ότι η μαρτυρία μας εξασθενεί από τις διαιρέσεις μας. Ωστόσο είμαστε ένα εν Χριστώ και στην συναδελφότητα (fellowship) του Αγίου Πνεύματος»(68).

Με την διατύπωση τέτοιων δηλώσεων οι Ορθόδοξοι εκπρόσωποι ανεγνώρισαν κατ’ ουσίαν την de facto περιεκτική «οικουμενική εκκλησιολογία», που ήταν έμφυτη στην Οικουμενική Κίνηση. Πράγματι από την αρχή της Ορθόδοξης συμμετοχής το 1920, ο Μητροπολίτης Θυατείρων Γερμανός, με την «διευρυμένη» έννοια της Εκκλησίας, έθεσε την Ορθοδοξία σε πλήρη αρμονία με τον αντικειμενικό σκοπό της κίνησης και ως εκ τούτου την αναγνώρισε, κατά κάποιον τρόπο, ως ένα «οντολογικά νέο φαινόμενο στη χριστιανική ιστορία,που μας καλεί σε μια βαθειά επανεξέταση και επανεκτίμηση της ορθόδοξης εκκλησιολογίας που διαμορφώθηκε κατά την ‘μη οικουμενική’ εποχή»(69).

Η εγκύκλιος του 1920 χαιρετίστηκε ως ένα προφητικό και ρηξικέλευθο γεγονός, το οποίο όχι μόνο εισήγαγε τους Ορθοδόξους στην Οικουμενική Κίνηση, αλλά ήταν σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνο για αυτήν την ίδια την Κίνηση. Όμως αυτός ο τελευταίος ισχυρισμός δεν έχει αποδειχθεί ικανοποιητικά με βάση τα προγενέστερα γεγονότα. Αντιθέτως η εγκύκλιος φαίνεται ιστορικά να είναι μία αντίδραση και συγχρόνως μια αναχώρηση: αντίδραση στα πολιτικά και παγκόσμια γεγονότα(70) και αναχώρηση από  την μέχρι τότε προσεκτική θεώρηση, που βασιζόταν στην εμπειρία των Ορθοδόξων και στους αρχαίους Κανόνες της Εκκλησίας(71). Μάλιστα η εγκύκλιος ήταν κάτι περισσότερο από αναχώρηση: αποτελούσε μια «σημαντική αλλαγή φρονήματος»(72). Με την εγκύκλιο το Πατριαρχείο δεν άλλαξε απλώς την στάση του έναντι των ετεροδόξων ομολογιών, αλλά άλλαξε και την αντίληψή του για την ίδια την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Επίλογος

Από την εποχή εκείνη και όσο αφορά την θεολογική αντιμετώπιση του προβλήματος, δεν έχουν αλλάξει πολλά στον χώρο της επίσημης, συνοδικής Ορθοδόξου θεολογίας. Καμμιά επισήμανση προγενέστερων σφαλμάτων, καμμιά επίσημη διορθωτική συνοδική απόφαση δεν έχει παρθεί – πέρα από κάποιες που θεωρούνται σχισματικές και περιθωριακές.

Επικρατεί μάλλον σύγχυση και διγλωσσία και οι Ορθόδοξοι Οικουμενιστές θα ήθελαν να βλέπουμε σήμερα το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών ως ένα ανθρωπιστικό και ειρηνιστικό βήμα διαλόγου, από το οποίο δεν πρέπει να απουσιάζουμε «για να μην απομονωθούμε». Όμως η αλήθεια είναι ότι το ΠΣΕ δεν έχει πάψει ποτέ μέχρι σήμερα να διαπνέεται από το ευαγγελιστικό προτεσταντικό όραμα μιας ενοποιημένης παγκόσμιας ιεραποστολής, αδιαφόρως δογματικών ιδιαιτεροτήτων και ευαισθησιών: Κάτι που είναι ίσως κατανοητό για τους Προτεστάντες, με τις μικρές συνήθως δογματικές διιαφορές μεταξύ τους, όχι όμως και για τους Ορθοδόξους(73).

Εκείνο Δε που καθιστά αυτό το όραμα ακόμα πιο επικίνδυνο είναι ότι σήμερα το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών διαφημίζει το μειονέκτημά του σαν πλεονέκτημα και αρχίζει να τιμά και να «εορτάζει» την «διαφορετικότητα» των μελών του, αντί να θλίβεται γι’ αυτήν και να προσπαθεί να την ξεπεράσει.

Αυτά σε συνδυασμό με την προϊούσα απομάκρυνση πολλών μελών του ΠΣΕ από την γνήσια Ευαγγελική πίστη και ηθική, όσο και με την όλο και πιο ορατή προσέγγιση και συμφιλίωση του με τις άλλες θρησκείες, ρίχνουν πάνω στο παγκοσμιοποιημένο ιεραποστολικό όραμα του Οικουμενισμού ανταύγειες ενός εφιάλτη της Αποκαλύψεως, μιας παγκόσμιας ιεραποστολής χωρίς Χριστό, έτοιμης να δεχθεί και να κηρύξει τον Αντίχριστο.

Από το αδιέξοδο αυτό της οικουμενιστικής εκκλησιολογίας και ιεραποστολής, η οποία περισσότερο δίχασε την Ορθόδοξη Εκκλησία παρά την ένωσε, μοναδική διέξοδο αποτελεί η Ορθόδοξη ιεραποστολή.

Αν η Προτεσταντική ιεραποστολή μας οδήγησε στον Οικουμενισμό, Ορθόδοξη Ιεραποστολή θα μας βγάλει απ’ αυτόν: η δοκιμασμένη, Αποστολική και Αγιοπατερική Ιεραποστολή, αυτή που είναι αληθινή, ασυμβίβαστη, ασκητική και αυτοθυσιαστική, και έχει στόχους ουράνιους και όχι εφήμερους. Κατά την Παράδοση και το πνεύμα των Αγίων Πέτρου και Παύλου, Κυρίλλου και Μεθοδίου, Κοσμά του Αιτωλού, Αλάσκας Ιννοκεντίου, αλλά και των πιο πρόσφατων και αείμνηστων, Κοσμά Γρηγοριάτη και Μαγαδασκάρης κυρού Νεκταρίου.

Σε τέτοιου είδους Ορθόδοξη μαρτυρία κανείς δεν μπορεί να προβάλει αντίρρηση. Μια τέτοια Ορθόδοξη ιεραποστολή μπορεί να ενώσει όλους τους Ορθοδόξους στην πραγμάτωση ενός γνήσιου καθολικού και αποστολικού οράματος, όπου όλοι, σύμφωνα με τον Απόστολο Πέτρο, θα είμαστε «έτοιμοι αεί προς απολογίαν παντί τω αιτούντι υμάς λόγον περί της εν υμίν ελπίδος μετά πραϋτητος και φόβου»(Α’ Πετρ. Γ’ 15).

Έτσι με τέτοιου είδους πνευματική και γνήσια εκκλησιαστική Ιεραποστολή θα μπορούμε να καλούμε όλους – αλλόθρησκους, αλλόπιστους και αλλόδοξους- στην μοναδική κιβωτό σωτηρίας, την Μία, Αγία, Ορθόδοξη, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, που είναι το ίδιο το ίδιο το αληθινό Σώμα του Αναστάντος Κυρίου Ιησού Χριστού.

Ευχαριστώ.

Σημειώσεις

1.      SAAYMAN WILLEM A., 1984, Ενότητα και Ιεραποστολή, Πρετόρια: Πανεπιστήμιο της Νότιας Αφρικής (η έμφαση του γράφοντος). Είναι γενικά αποδεκτό ότι η σύγχρονη Οικουμενική Κίνηση έχει τις άμεσες καταβολές της στην Ιεραποστολική κίνηση των Προτεσταντών του 19ου αιώνα. «Η σύχρονη αναζήτηση για την ενότητα της εκκλησίας ξεκίνησε στο πλαίσιο της ιεραποστολικής προσπάθειας. Οι ιεραπόστολοι ήταν από τους πρώτους που αναζήτησαν τρόπους και μεθόδους μαρτυρίας στην ενότητα, αναγνωρίζοντας ότι το σκάνδαλο των Χριστιανικών διαιρέσεων και των ομολογιακών ανταγωνισμών εμπόδιζαν σημαντικά την απήχηση του μηνύματός τους», Ιεραποστολή και Ευαγγελισμός στην Ενότητα Σήμερα, Προκαταρτικό έγγραφο Νο 1 για το WCME στην Αθήνα, Μάιος 2005 (στα Αγγλικά). Βλ. επίσης κεφάλαια 7 & 8 στην Ιστορία του Οικουμενικού Κινήματος, 1517 – 1968, επιμέλεια υπό Routh Rouse και Stephen C Neil, WCC, Γενεύη, τέταρτη έκδοση, 1993 (στα Αγγλικά). Ο π. Γεώργιος Τσέτης στο άρθρο του Οι Ορθόδοξοι στην Οικουμενική Κίνηση (στα Αγγλικά) φαίνεται να έχει διαφορετική άποψη όταν δηλώνει: «Ο Οικουμενισμός τόσο ως θεολογική πρόκληση όσο και ως έκφραση της Ορθόδοξης θέλησης για Χριστιανική ενότητα βιώθηκε στην Εκκλησία μας κατά τον 1ο, 5ο, 11ο και 16ο αιώνα. Επανεμφανίζεται στο ξεκίνημα του 20ου αιώνα όταν το Οικουμενικό Πατριαρχείο πήρε την προαναφερθείσα πρωτοβουλία (στην εγκύκλιο του 1920), προκειμένου να καλλιεργήσει την συνεργασία και να προωθήσει την ενότητα»( η έμφαση του γράφοντος).

2.      Στο κείμενο αυτό οι «comity agreements» αναφέρονται στην αποφυγή προσηλυτισμού των μελών άλλων θρησκευτικών ομολογιών.

3.      Βλ. GOHEEN MICHAEL W., As the Father has sent me, I am sending you (Ως ο Πατήρ απέστειλε εμένα, εγώ αποστέλλω υμάς ). J.E.LESSLIE NEWBIGIN ‘S, Missionary ecclesiology (J.E.LESSLIE NEWBIGIN ‘S,ΙεραποστολικήΕκκλησιολογία)(Zoetermeer: boekencentrum,2000),

Κεφ.2: Από την Χριστιανοσύνη σε μια Ιεραποστολική Εκκλησιολογία. http://www.library.uu.nl/digiarchief/dip/diss/1947080/inhoud.htm

4.      Αλλά, επίσης, όπως θα παρουσιάσουμε παρακάτω, ούτε αυτοί οι Ορθόδοξοι που συμμετείχαν αρχικά στην κίνηση απαίτησαν ή προώθησαν τέτοιες αρχές ως προϋπόθεση στην συμμετοχή.

5.      NICHOLS JAMES HASTINGS (Καθηγητής της Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Πανεπιστήμιο του Σικάγο), Η Ιστορία του Χριστιανισμού 1650-1950, Η εκκοσμίκευση της Δύσης (The Ronald Press Company, 1956), sel. 135 (στα Αγγλικά).

6.      Η Ιστορία της Οικουμενικής Κίνησης, 1517-1968, κεφ. 7: Οι Εθελοντικές Κινήσεις στο Μεταβαλλόμενο Οικουμενικό Κλίμα, επιμέλεια υπό Routh Rouse και Stephen C Neil, WCC, Γενεύη, τέταρτη έκδοση, 1993, σελ. 309 (στα Αγγλικά).

7.      NICHOLS JAMES HASTINGS, σελ. 135

8.      Η Ιστορία της Οικουμενικής Κίνησης, σελ. 309

9.      PHILIP T. V., Από το Εδιμβούργο στο Σαλβαδόρ, Η Οικουμενική Ιεραποστολογία στον 20ο αιώνα: Μια Ιστορική Μελέτη των Οικουμενικών Συζητήσεων επί της Ιεραποστολής (Δελχί, Τιρουβάλα, Ινδία: ISPCK Christian Sahitya Samithy, 1999), σελ. 7 (στα Αγγλικά)

http://www.religion-online.org/showchapte.asp?title=1573&C=1517.

10.  THOMAS NORMAN E.,(επιμέλεια), Κλασσικά Κείμενα της Ιεραποστολής και του Παγκόσμιου Χριστιανισμού (Maryknoll,Νέα Υόρκη:Orbis Books, 1995) σελ.61, το οποίο παραθέτει αποσπάσματα από SAMUEL WORSCESTER, «Έκθεση του 1816», στις Πρώτες Δέκα Ετήσιες Εκθέσεις της Αμερικάνικης Επιτροπής των Συνιεραποστόλων για τα ξένα κράτη με άλλα έγγραφα της Επιτροπής (Βοστώνη:ABCFM,1834), σελ. 135-6 (στα Αγγλικά).

11.  THOMAS NORMAN E.,(επιμέλεια), Κλασσικά Κείμενα της Ιεραποστολής και του Παγκόσμιου Χριστιανισμού, σελ. 67, όπου παρατίθενται αποσπάσματα από: David Livingston, D. Livingstone ‘ s Cambridge Lectures, ed. William Monk (London, Deighton, Bell & Co., 1860), σελ. 165 (στα Αγγλικά).

12.  Η Ιστορία της Οικουμενικής Κίνησης, 1517-1968, Κεφάλαιο 8: Οικουμενική Ώθηση της Ιεραποστολική Κίνησης και Διεθνές Ιεραποστολικό Συμβούλιο, επιμέλεια υπό Routh Rouse και Stephen C Neil, WCC, Γενεύη, τέταρτη έκδοση, 1993, σελ. 309 (στα Αγγλικά).

13.  THOMAS NORMAN E.,(επιμέλεια), Κλασσικά Κείμενα της Ιεραποστολής και του Παγκόσμιου Χριστιανισμού, σελ. 68, όπου παρατίθενται αποσπάσματα από: RUFUS ANDERSON, Ξένες Ιεραποστολές (Νέα Υόρκη: Charles Scribner 1870), σελ. 1, 109-110, 115, 117, 119 (στα Αγγλικά).

14.  NEWBIGIN LESSLIE, «Ιεραποστολή σε έξι Ηπείρους», στην Ιστορία της Οικουμενικής Κίνησης, σελ. 174.

15.  Ο J. H. Nichols γράφει χαρακτηριστικά: «Ο William Carey, ίσως ο κύριος σκαπανέας των Ευαγγελικών ιεραποστολών, άντλησε μέρος της έμπνευσής του από την ανάγνωση του έργου που έγινε μεταξύ των Ινδιάνων στην Αποικιακή Αμερική του John Eliot και David Brainerd. Αυτή η ανάγνωση και η ανάγνωση των Ταξιδιών του Κάπταιν Κουκ συνδυασμένα ενέπνευσαν το όνειρό του για ιεραποστολή σε όλη την ανθρωπότητα». NICHOLS, σελ. 308

16.  THOMAS NORMAN E. (εκδότης), Κλασσικά Κείμενα της Ιεραποστολής και του Παγκόσμιου Χριστιανισμού, σελ. 74

17.  Ο.π., σελ. 74, όπου παρατίθενται αποσπάσματα από τον John Mott, Ευαγγελισμός του κόσμου σε αυτή την γενεά (Νέα Υόρκη, Φοιτητική Εθελοντική Κίνηση για την Εξωτερική Ιεραποστολή, 1900).

18.  Ο.π. σελ. 75.

19.  Ο.π. σελ.76

20.  Η παγκοσμιοποίηση, που «ισοπεδώνει τα πάντα και αποσυνθέτει την κοινωνική ζωή», ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ, Χριστιανική Ηθική ΙΙ, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 124. Πράγματι, είναι τραγικά ειρωνικό, αλλά και συνάμα πολύ ενδεικτικό, ότι ο Προτεσταντισμός, όταν ενώνει τον μη-Χριστιανικό κόσμο μέσα του, τον οδηγεί στη διαίρεση.

21.  NICHOLS, βλ. ο.π., σελ. 432, ο οποίος αναφέρει χαρακτηριστικά: «Ένα σημαντικό τμήμα των Προτεσταντών ιεραποστόλων στην Κίνα σκόπευαν συνειδητά να διαμορφώσουν όλη την κινέζικη ζωή και επηρέασαν αξιόλογα προς αυτήν την κατεύθυνση».

22.  PHILIP T. V., σελ. 7

23.  Η Ιστορία της Οικουμενικής Κίνησης, σελ. 324.

24.  Ο.π., σελ. 319-320. Για να ονοματίσουμε μερικά από τα «μεγάλης επίδρασης αποτελέσματα» της Ευαγγελικής συμμαχίας αναφέρουμε: «την «εβδομάδα της χριστιανικής προσευχής», το σχέδιο για το Α’ Διεθνές Ιεραποστολικό Συνέδριο και τις μελέτες για την ιεραποστολική εργασία σε όλο τον κόσμο, που θα αποτελούσαν τα πρωτότυπα για τις μελέτες που αργότερα θα εμφανίζονταν στο περιοδικό Διεθνείς Εκθέσεις των Ιεραποστόλων.

25.  Αυτές οι ίδιες εκφράσεις έγιναν αργότερα το σλόγκαν του Π.Σ.Ε.

26.  Ο.π., σελ. 234

27.  Ο.π.

28.  PHILIP T. V., σελ. 8

29.  Ο.π., σελ. 2,4

30.  Η Ιστορία της Οικουμενικής Κίνησης, σελ. 309

31.  PHILIP T. V., σελ. 8

32.  Ο.π.

33.  Στην πραγματικότητα η Χ.Ε.Ν. ιδρύθηκε το 1840 και το Φοιτητικό Χριστιανικό Κίνημα το 1895. Η ιεραποστολική πτέρυγα του Φ.Χ.Κ. ήταν η Φοιτητική Εθελοντική Κίνηση για τις Εξωτερικές Ιεραποστολές.

34.  Η Ιστορία της Οικουμενικής Κίνησης, σελ. 327, Πράγματι, η Χ.Ε.Ν. ήταν οικουμενική από την ίδρυσή της. Όταν ο νεαρός George Williams συζητούσε την ίδρυση της οργάνωσης με τρείς άλλους νέους, αναφώνησε: «Εδώ βρισκόμαστε ένας Επισκοπελιανός, ένας Μεθοδιστής, ένας Βαπτιστής και ένας Congregationalist-ης, τέσσερις πιστοί αλλά μία πίστη στον Χριστό. Εμπρός μαζί! Ibid

35.  Αρχηγοί που ξεκίνησαν την οικουμενική τους καριέρα ως μέλη ή υπάλληλοι σε κάποια Φ.Χ.Κ ή «κερδήθηκαν» από τον Οικουμενισμό από κάποιες επαφές με το κίνημα ήταν : John Mott, Robert Wilder, Nathan Söderblom, W.A. Visser’ t Hooft, J.H. Oldham, Tissington Tatlow, Zöe Fairfield, William Temple, William Paton, Marc Boegner, Suzanne de Dietrich, Friedrich Wilhem Siegmund-Schultze, Hanns Lilje, V.S. Azariah, David Yui, T.Z.Koo, Michi Kawai, Germanos Strynopoulos of Thyateira (metropolitan Exarch), Stefan Zankov.

36.  Ιστορία της Οικουμενικής Κίνησης, σελ. 341.

37.  Η Routh Rouse το θέτει ως εξής: «Καλλιεργούμε σταθερά σχέσεις όχι μόνο με όλες τις Προτεσταντικές Εκκλησίες, αλλά επίσης και με τις αρχαίες Εκκλησίες της Ανατολής, κατέβαλλε επιτυχημένες προσπάθειες να τις προσελκύσει στην οικουμενική κίνηση. Ένα αξιοσημείωτο γεγονός σ’ αυτήν την φάση των δραστηριοτήτων του ήταν όταν το 1913 αυτός, ένας Αμερικανός Μεθοδιστής λαϊκός, προήδρευσε στο πρώτο συνέδριο γα επανένωση μεταξύ των διαφορετικών κλάδων της Συριακής Εκκλησίας στην Ινδία». Ιστορία της Οικουμενικής Κίνησης, σελ. 344.

38.  Ο.π. σελ. 342

39.  Ένα ρωσικό Φοιτητικό Χριστιανικό Κίνημα ιδρύθηκε το 1903 υπό την ηγεσία του Λουθηρανού Baron Nicolay, που περιλάμβανε στις τάξεις του Ορθοδόξους και μη Ορθοδόξους. Βλ. σχόλια του νεομάρτυρα Ιλαρίωνα (Τρόιτσκι) παρακάτω.

40.  Ιστορία της Οικουμενικής Κίνησης, σελ. 651.

41.  Ο.π., σελ. 342

42.  Ο.π. σελ. 342,343

43.  Ο.π. σελ. 344

44.  TROITSKY, NEW HIEROMARTYR HILARION, Χριστιανοσύνη ή Η Εκκλησία; (Jordanville, NY: Holy Trinity Monastery) (στα Αγγλικά).

45.  THOMAS NORMAN E., (επιμέλεια), Κλασσικά Κείμενα της Ιεραποστολής και του Παγκόσμιου Χριστιανισμού, σελ. 223

46.  Ιστορία της Οικουμενικής Κίνησης, σελ. 355.

47.  THOMAS NORMAN E., (επιμέλεια), Κλασσικά Κείμενα της Ιεραποστολής και του Παγκόσμιου Χριστιανισμού, σελ. 223

48.  Ο.π.

49.  Ιστορία της Οικουμενικής Κίνησης, σελ. 324.

50.  Ο.π., σελ. 356.

51.  Ο.π., σελ. 360, Ένας αυτόπτης μάρτυρας στο Εδιμβούργο και ανταποκριτής για το περιοδικό Χριστιανικός Αιώνας μας μεταδίδει κάτι από την «επιμόλυνση του πνεύματος» που ένιωσαν οι παρευρισκόμενοι ως εξής: «Καθώς κάποιος διαβάζει τις εκθέσεις φαίνεται σαν να διερευνά στο μεγάλο εργαστήριο της ιστορίας. Είδε τις δυνάμεις που σχημάτιζαν τα έθνη, που σχημάτιζαν τις θρησκείες, και εκείνοι που είχαν μάτια να δουν είδαν την δημιουργία κάτι πολύ πελώριου, κάτι πολύ αξιοσέβαστου και πλήρους επαγγελίας». MORRISON CHARLES CLAYTON, «Το Παγκόσμιο Ιεραποστολικό Συνέδριο», Ο Χριστιανικός Αιώνας, Ιούλιος 7, 1910. (στα Αγγλικά)

52.   

53.  MORRISON CHARLES CLAYTON, «Το Παγκόσμιο Ιεραποστολικό Συνέδριο», Ο Χριστιανικός Αιώνας, Ιούλιος 7, 1910. (στα Αγγλικά)(Article prepared for religion online by Ted and Winnie Brock, Copyright by The Christian Century Foundation).

54.  PHILIP T. V.,σελ. 13

55.  MORRISON CHARLES CLAYTON, «Το Παγκόσμιο Ιεραποστολικό Συνέδριο»

56.  PHILIP T. V.,σελ. 15

57.  PHILIP T. V.,σελ. 24. Αυτές ήταν οι παρατηρήσεις του Henry T. Silcock συνοψίζοντας τις συζητήσεις του συνεδρίου.

58.  Η Ιστορία της Οικουμενικής Κίνησης, σελ. 360. «Στο Εδιμβούργο οι Χριστιανοί διαφορετικών πίστεων (allegiances) ανακάλυψαν ότι μπορούν να συζητούν απεριόριστα σε μια ατμόσφαιρα κοινής λατρείας, ότι σε μια συναδελφικότητα που μεγαλώνει μεταξύ τους και εμβαθύνει με την προσευχή μπορούν ξεκάθαρα να τεθούν οι ενσυνειδήτως κρατούσες διαφορές και να ξεπερασθούν χωρίς να εγκαταλειφθούν και ότι η ενότητα της Εκκλησίας του Χριστού μεταξύ των πιστών μπορεί να γίνει αισθητή».

59.  VISSER’ T HOOFT W. A., Η Γένεσις και η Ανάπτυξη του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών (ΠΣΕ: Γενεύη 1982), σελ. 2 (στα Αγγλικά).

60.  Ο.π., σελ. 2. Ο VISSER’ T HOOFT γράφει ότι o Γερμανός Στρηνόπουλος «θεωρείται γενικά ότι έχει γράψει το περισσότερο κείμενο». Ομοίως και ότι «Τον Απρίλιο του 1919, όταν μια αντιπροσωπεία της Αγγλικής Εκκλησίας της Αμερικής (ή Επισκοπελιανής Εκκλησίας) επισκέφθηκε την Κωνσταντινούπολη για να ενημερώσει το Πατριαρχείο για την οργάνωση του Παγκοσμίου Συνεδρίου για την Πίστη και την Τάξη, ο Μητροπολίτης Καισαρείας ήταν σε θέση να αναφέρει εκ μέρους της Συνόδου ότι η ειδική επιτροπή που συστάθηκε για την μελέτη του ερωτήματος της ομοσπονδίας διαφορετικών εκκλησιών και της πιθανούς μεταξύ των δημιουργίας εγκάρδιων σχέσεων, έχει ήδη καταλήξει στα συμπεράσματά της. Ο VISSER’ T HOOFT θεωρεί αυτό ως απόδειξη της ανεξάρτητης έμπνευσης του Πατριαρχείου να αναδυθεί από την απομόνωση και να θέσει τέρμα στην «κλοπή των αρνίων» από τους Προτεστάντες μισσιονάριους. Επιπλέον, αυτή η εκτίμηση των γεγονότων υποστηρίζεται από την επακόλουθη ανάπτυξη της Πατριαρχικής οικουμενικής προσέγγισης εν μέσω της αυξανόμενης πολιτικής ταραχής και αστάθειας.

61.  Εγκύκλιος του Οικουμενικού Πατριαρχείου (1920) «Προς τας απανταχού Εκκλησίας του Χριστού», σελ. 2

62.  VISSER’ T HOOFT W. A., ο.π. σελ. 3.

63.  Πράγματι η παρέμβαση του Μητροπολίτη Γερμανού μπορεί να θεωρηθεί ως γέφυρα που ένωνε την ατομιστική θεωρία των Ευαγγελιστών, η οποία εστιάζονταν στην συναδελφικότητα των ατόμων μιας αόρατης εκκλησίας, με την συλλογική εκκλησιολογία του Οικουμενισμού, η οποία εστιάζονταν στην «αδελφοσύνη των εκκλησιών» και την «φανέρωση της Εκκλησίας στην ενότητά της». Αυτή η τελευταία φράση είναι από την δήλωση «Η Εκκλησία, οι εκκλησίες και το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών»: Η Εκκλησιολογική σημασία του ΠΣΕ ΙV 2. Αυτή η δήλωση, σχεδιασθείσα μερικώς και συμφωνηθείσα από τους Ορθοδόξους εκπροσώπους, έγινε δεκτή από την Κεντρική Επιτροπή του ΠΣΕ στο Τορόντο το 1950, μόνο δύο χρόνια μετά την ίδρυση του ΠΣΕ. Οι Ορθόδοξοι συμμετέχουν έκτοτε υπό τους όρους αυτής της δήλωσης.

64.  Αυτό είναι από τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά σημεία της οικουμενικής συμμετοχής των Ορθοδόξων: ότι παρά τις κατά καιρούς ορθοδοξότατες δηλώσεις που αφορούν την Εκκλησία από μεμονωμένους συμμετέχοντες, η ίδια η βάση της συμμετοχής – η περιεκτικότητα αυτού που είναι ανάρμοστου – εξασθενίζει και τελικά (εάν ο σκοπός είναι η οικοδόμηση της Εκκλησίας μέσω μυστηριακής μύησης) καθιστά ανύπαρκτη την Ορθόδοξη μαρτυρία. Μόνο με την έσχατη υποβάθμιση ή εξάλειψη καθ’ ολοκληρίαν της σημασίας της μύησης στην εν Χριστώ ζωή μπορεί κανείς να μιλά για Ορθόδοξη μαρτυρία στους ετεροδόξους στο πλαίσιο της οικουμενικής συμμετοχής. Εν τέλει αυτό μεταφράζεται σε άρνηση της υπαρξιακής πραγματικότητας της ίδιας της Εκκλησίας (της ζωής του Χριστού), και ως εκ τούτου, κατ’ επέκτασιν της ίδιας της διαχρονικής παρουσίας του ίδιου Εσταυρωμένου Χριστού.

65.  VISSER’ T HOOFT, σελ. 6. Παραθέτει από το φυλλάδιο Πίστη και Τάξη Νο 34, «Μία μετάφραση των προτάσεων για την χριστιανική ενότητα», σελ. 78-79.

66.  Η Ιστορία της Οικουμενικής Κίνησης, σελ. 656.

67.  Ο.π., σελ. 659

68.  Ο.π., σελ. 434-435.

69.  Έτσι ο π. Αλεξάντερ Σμέμαν περιέγραψε την προσέγγιση κάποιων Ρώσων θεολόγων στο φαινόμενο της Οικουμενικής Κίνησης και της φύσης της Ορθόδοξης συμμετοχής σ’ αυτό. Ο πατήρ Σμέμαν συμπεριέλαβε ως αντιπροσώπους της παραπάνω αναφερόμενης άποψης Ρώσους μετανάστες θεολόγους όπως ο Sergius Bulganov, Leo Zander, Pavel Evdokimov. Βλ. Ρώσικη Θεολογία 1920-1972, σελ. 190-1919, όπως παρατίθενται από τον Andrew Blane στον George Florovsky, Ρώσοι Διανοούμενοι και Ορθόδοξοι Κληρικοί, Saint Vladimir Seminary Press, Νέα Υόρκη 1993, σελ. 125 (στα Αγγλικά). Βλ. επίσης Divine Ascent Περιοδικόν Ορθοδόξου Πίστεως, τομ. 1, Νο 2, 1997 (Μοναστήρι Αγίου Ιωάννου της Σαγκάης και του Σαν Φραντζίσκου, Point Reyes) σελ43f( στα Αγγλικά).

70.  Το ίδιο έγγραφο εξηγεί ότι τόσο η έμπνευση για την συγγραφή του όσο και ο χρόνος για την έκδοσή του είναι στενά συνδεδεμένα με την ίδρυση της Κοινωνίας των Εθνών ( η οποία απέτυχε πραγματικά αθλίως) από τους πολιτικούς αρχηγούς που «πραγματικά εφάρμοζαν το πνεύμα του Ευαγγελίου και της διδασκαλίας του Χριστού». Όπως ο W. A. Visser’ t Hooft παρατηρεί: «Δύο φορές στη ίδια την εγκύκλιο και στο συνοδευτικό έγγραφο αναφερόταν η Κοινωνία των Εθνών… Το συνοδευτικό έγγραφο έκανε λόγο για την δημιουργία μιας κοινωνίας των εκκλησιών κατά το πρώτυπο της Κοινωνίας των Εθνών». Επιπλέον, «η εγκύκλιος εγράφη κατά το έτος 1919, κατά το οποίο πολύ φιλόσοφοι ονειρεύτηκαν το όνειρο μιας διεθνούς τάξης βασισμένης στον νόμο και τη δικαιοσύνη, και το οποίο φαινόταν επιτέλους να γίνεται πολιτική πραγματικότητα». VISSER’ T HOOFT, σελ. 4. Η εικόνα που παρουσιάζεται είναι καθαρά μιας εκκλησίας που ακολουθεί τον κόσμο, τόσο στην έμπνευση όσο και στην μέθοδο, που με άλλα λόγια ονομάζεται εκκοσμίκευση.

71.  Στο βαθμό που « η σύνοδος ένιωσε ότι η δημιουργία εγκάρδιων σχέσεων και η συνεργασία μεταξύ των εκκλησιών δεν χρειαζόταν να περιμένουν τις δογματικές διαφορές να ξεπερασθούν» (VISSER’ T HOOFT, σελ.3), το Πατριαρχείο συμβάδισε με την Προτεσταντική έννοια ότι η «αδελφική ενότητα» δεν χρειαζόταν να περιμένει την «ενότητα εν αληθεία» και ότι «οι διαφορές θα μπορούσαν να ξεπερασθούν χωρίς να εγκαταλειφθούν». Ο Nicholas Zernov, ένας ενθουσιώδης υποστηρικτής της καινοτομικής προσέγγισης της εγκυκλίου, έγραψε ότι «αυτή η επιστολή σηματοδοτεί την αναχώρηση από την συνήθη προσεκτική στάση των Ορθοδόξων προς την Δύση». Βλ. «Οι Ανατολικές Εκκλησίες και η Οικουμενική Κίνηση στον 20ο αιώνα» στην Ιστορία της Οικουμενικής Κίνησης, σελ. 654. Ομοίως και ο VISSER’ T HOOFT γράφει ότι η εγκύκλιος του Οικουμενικού Πατριαρχείου ήταν μια πρωτοβουλία ανευ προηγουμένου στην εκκλησιαστική ιστορία». Βλ. VISSER’ T HOOFT, σελ.1

72.  Η Ιστορία της Οικουμενικής Κίνησης, σελ. 654.

73.  Η ίδια η βάση της συμμετοχής – η αναγνώριση μιας ενότητας εν Χριστώ και της Εκκλησίας με τους ετεροδόξους καταργεί τον ίδιο τον λόγο της συμμετοχής, δηλαδή την ενσταλάξη στους ετεροδόξους της «καλής ανησυχίας» και του αισθήματος του χωρισμού από την Εκκλησία. Ο άγιος Γέροντας Παϊσιος ο Αγιορείτης το λέει ως εξής: «Αυτό που επιβάλλεται σε κάθε Ορθόδοξο είναι να βάζει την καλή ανησυχία και στους ετεροδόξους, να καταλάβουν δηλαδή, ότι βρίσκονται σε πλάνη, για να μην αναπαύουν ψεύτικα τον λογισμό τους και στερηθούν και σ’ αυτή την ζωή τις πλούσιες ευλογίες της Ορθοδοξίας και στην άλλη ζωή τις περισσότερες και αιώνιες ευλογίες του Θεού». ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Λόγοι, τομ. Α’, Με Πόνο και Αγάπη για τον σύγχρονο Άνθρωπο, εκδ. Ιερόν ησυχαστήριον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης 1999, σελ. 348-349.

Εκ του περιοδικού Θεοδρομία
Εταιρία Ορθοδόξων Σπουδών 

Πηγή Ιερόν Ησυχαστήριον Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου

1 thought on “Οι ιεραποστολικές καταβολές του συγχρόνου οικουμενισμού.

  1. Στιβαρό κείμενο, με πολλά ενδιαφέροντα σημεία. Μου κάνει εντύπωση που δεν έχει σχολιάσει άλλος, οπότε σχολιάζω εγώ και προτείνω στους αναγνώστες του ιστολογίου να βρουν το χρόνο και να κάνουν τον κόπο να το διαβάσουν! Είναι μεγάλο αλλά αξίζει, ευχαριστώ που το εντοπίσατε και το αναδείξατε.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s