Η Ορθόδοξη Μαρτυρία στα Επίσημα Συνοδικά & Αρχιερατικά Κείμενα προς τους Ετερόδοξους της Δύσης (α’)

Ιωάννης Λίτινας

Πρόλογος

Είναι όντως αξιοσημείωτο, στη σύγχρονη ιστορία της Εκκλησίας των τελευταίων 100 χρόνων, το γεγονός ότι ενώ πολεμείται σφοδρώς από τη μεγαλύτερη και χειρότερη αίρεση όλων των εποχών, τον Οικουμενισμό -την παναίρεση, κατά τον Άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς- η επιδεικνυόμενη άμυνα και οι αναληφθείσες ενέργειες προστασίας του ορθόδοξου ποιμνίου σε συνοδικό επίπεδο είναι ελάχιστες, αν όχι ανύπαρκτες. Και ενώ έχουν χαρακτηριστεί ως «ασυμβίβαστες με την ορθόδοξη πίστη» μικρότερες και σχεδόν ασήμαντες ομάδες αιρετικών και έχουν καταγγελθεί οι πλάνες τους πανορθοδόξως, εντούτοις απουσιάζει η καταδίκη της παναιρέσεως που κάνει το καταστρεπτικότερο έργο στη δογματική συνείδηση των πιστών1.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας διεφύλαξε στο διάβα των αιώνων ακέραια και απαραχάρακτη τη δογματική διδασκαλία, την εξ’ Αποκαλύψεως αλήθεια, τη θεία λατρεία, το διοικητικό σύστημα και γενικώς την Ιερά Παράδοση της αρχαίας Εκκλησίας, δια τούτο και είναι η ομολογουμένη στο Σύμβολο της Πίστεως «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία», «στῦλος καὶ ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας2».

Η εμφάνιση των αιρέσεων στη ζωή της, είχε ως αποτέλεσμα τη διατύπωση των δογμάτων και τη διασφάλιση της ορθόδοξης πίστης, πρωτίστως μέσα από το δογματικούς όρους και τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων. Αφετέρου, η Εκκλησία, στο πλαίσιο της ποιμαντικής της, ανέπτυξε μέσω Συνόδων και Ιεραρχών της, από του σχίσματος του 9ουαί. και εντεύθεν, ομολογίες πίστεως ή συνοδικά πρακτικά ή εγκυκλίους και διακηρύξεις τα οποία αναγνωρίζει και οικειοποιείται ως συμβολικά της κείμενα, με σκοπό την έκθεση της ορθοδόξου πίστεως σε σχέση συγκριτική ή αντιρρητική προς αυτήν των αιρετικών κοινοτήτων της Δύσης. Τα κείμενα αυτά κατά τον αείμνηστο πατέρα Γεώργιο Μεταλληνό, «ἐνσαρκώνουν τὴν πανορθόδοξη συνείδηση, μέσα στὸ κλίμα καὶ μὲ τὴν θεολογικὴ γλώσσα τῆς ἐποχῆς τους, καὶ φανερώνουν τὴν πιστότητά τους στὴν ἀποστολικὴ καὶ πατερικὴ πίστη καὶ πράξη3».

Επί τη βάσει των κειμένων αυτών, θα επιχειρηθεί μία προσέγγιση στο πνεύμα και στο ύφος τους, για την κατανόηση της σχέσης της σύγχρονης συνοδικής προστασίας με εκείνην της περιόδου από τον 9ο εώς τον 19ο αι. και την εξαγωγή συμπερασμάτων.

9ος αι.

Η ορθόδοξη Δύση της εποχής, ανάμεσα στα πολλά ευεργετήματα που απέλαβε από την Ανατολή, ήταν και η υιοθέτηση χρήσης του ιερού Συμβόλου της Πίστεως στη Θεία Λειτουργία, από το έτος 800 και νωρίτερα4. Δυστυχώς όμως παρεχαράχθη με την αιρετική προσθήκη του filioque («καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ»), η οποία εκυοφορείτο στους κόλπους της, ήδη από τον 6ο αι. Αυτή απέβη η κυριότερη αιτία της απόσχισης της δυτικής Εκκλησίας από το Σώμα της Καθολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, με συνέπεια την μεταβολή της, προοδευτικώς, στη σημερινή μεγάλη αιρετική κοινότητα των Ρωμαιοκαθολικών.

Πριν ακόμα το οριστικό σχίσμα (1054), οι δυτικοί συγκάλεσαν μία σειρά τοπικών ψευδοσυνόδων (Τολέδο 589, Gentilly 767, Φραγκφούρτη 794, Gividale 796, Aachen 809/10)5 με τις οποίες επεκύρωναν τη χρήση του filioque στο Σύμβολο, παρά την σταθερή άρνηση των ορθοφρονούντων -τότε- Παπών. Τελικά κάθε αντίσταση από αυτούς έπαψε το 1014 με την ανάληψη της ηγεσίας της Εκκλησίας της Ρώμης από τον πάπα Βενέδικτο (8ο), όπου και το εισήγαγε επισήμως.

Οι ορθόδοξοι όμως στην Ανατολή δεν αμφέβαλλαν ούτε στιγμή για τη φύση της προσθήκης και ήταν αταλάντευτοι: To filioque είναι βλάσφημη αίρεση και οι ομολογούντες αυτό, αιρετικοί. Έτσι, το 807, πριν ακόμα ο συνοδικός θεσμός της Εκκλησίας λειτουργήσει αποτρεπτικά, και πριν ακόμα γίνει ευρέως γνωστό, οι αγιοταφίτες Έλληνες ορθόδοξοι μοναχοί, πρωτοστατούντος του αγιοσαββίτου Ιωάννου, στο άκουσμα της απαγγελίας του ιερού Συμβόλου μετά της προσθήκης, στη Βηθλεέμ από τους φράγκους μοναχούς, τους χαρακτήρισαν πάραυτα ως αιρετικούς. Αυτό το γεγονός, μάλιστα, έγινε το πρόσχημα για δήθεν απειλή των φράγκων μοναχών, με το οποίο ο Μ.Κάρολος άσκησε πίεση στον πάπα Λέοντα (3ον) να αποδεχθεί την πλάνη6.

Το 866, απεσταλμένοι του σχισματοποιού πάπα Νικολάου επεχείρησαν την εισαγωγή της αίρεσης, μαζί με άλλες λατινικές καινοτομίες, στην ορθόδοξη Βουλγαρία που ανήκε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, πράγμα που έκανε την Κωνσταντινούπολη να ξεσηκωθεί και να αναδειχθεί το μεγαλείο του Μεγάλου Φωτίου, δεινού προμάχου της Ορθοδοξίας και αληθινού προστάτου του πληρώματος των μελών της Εκκλησίας.

Το ίδιο έτος, με απόφαση της ενδημούσης Συνόδου Κων/πόλεως, ο Μ.Φώτιος εξαπέστειλε την περίφημη «Εγκύκλιο προς τους της Ανατολής Αρχιερατικούς Θρόνους» καταγγέλοντας τις ετεροδιδασκαλίες και τις αντικανονικές πράξεις της Ρώμης, προσκαλούντας δε αυτούς σε γενική Σύνοδο. Ηταν η αντίδραση του Μ.Φωτίου στην οποία, συν τοις άλλοις, η Ορθόδοξη Εκκλησία οφείλει την προστασία του συνοδικού δημοκρατικού της πολιτεύματος από την μετατροπή του σε μοναρχικό – παπικό. Γι΄ αυτό δικαίως και η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος τον ανεκήρυξε προστάτη της, έχουσα εξ΄αυτού την υποχρέωση να πολιτευθεί κατά το παράδειγμά του.

Στην Εγκύκλιο του -τη «magna charta» των ορθοδόξων έναντι των λατίνων, κατά τους διαμαρτυρομένους- με κάθε παρρησία ο Άγιος λέγει για το filioque: η τοιαύτη «κατά του Πνεύματος, μάλλον δε καθ΄όλης της Αγίας Τριάδος βλασφημία,…εξαρκεί και μόνον μυρίοις αυτούς υπαγαγείν αναθέμασιν». Είναι αρκετό από μόνο του να επισύρει πάνω τους μύρια αναθέματα! Τους δε παπικούς αποκαλεί: «άνδρες δυσσεβείς και αποτρόπαιοι, άνδρες εκ σκότους αναδύντες7», «προδρόμους της αποστασίας, τους θεραπευτάς του αντικειμένου (τους υπηρέτες του διαβόλου), τους μυρίων ενόχους θανάτων, τους κοινούς λυμεώνας (διαφθορείς)…τούτους τους απατεώνας και θεομάχους συνοδική και θεία κατεκρίναμεν ψήφω8».

Σε όλο το κείμενο, είναι έκδηλος ο αποτροπιασμός του για τις μεθοδεύσεις των παπικών, εξίσταται ο Άγιος, νιώθει ο αναγνώστης ότι μαζί με το μελάνι αποτυπώνεται και η ιερά του αγανάκτηση, σαν να τον βλέπει να σηκώνει την ποιμαντορική του ράβδο για να διώξει τους αιμοβόρους λύκους. Βροντή θαρρεί κανείς ότι ακούγεται, παρά φωνή : «Αλλ΄ ώ πονηράς και βασκάνου και αθέου βουλής τε και πράξεως!…Από γαρ των ορθών και καθαρών δογμάτων και της των χριστιανών αμωμήτου πίστεως παραφθείρειν τούτους και υποσπάν κατεπανουργήσαντο», «νόθοις λογισμοίς και παρεγγράπτοις λόγοις, και θράσους υπερβολή κιβδηλεύειν επεχείρησαν (να νοθεύσουν το ιερόν και άγιον Σύμβολον)9». «Ποίος σκολιός όφις εις τα εκείνων καρδίας τούτο (το filioque) ηρεύξατο;», «Όρα το δυσσεβές και ανόητον δεικνύμενον βούλημα10 (δυσσεβής και ανόητη πρόθεση)»!

Αξιοσημείωτη όμως είναι και η ακόλουθη επισήμανση που κάνει: «οίδε δε και η μικρά των παραδοθέντων αθέτησις και προς όλην του δόγματος επιτρέψαι καταφρόνησιν». Ακόμα και η μικρή αθέτηση της Ι. Παράδοσης (όπως το να διδάσκουν οι παπικοί τη νηστεία κατά τα Σάββατα), ανοίγει το δρόμο για την τέλεια καταφρόνηση και αυτών ακόμα των δογμάτων της πίστεως!

Δεν αφήνει ο μέγας Ιεράρχης καμμία καινοτομία των παπικών που να μην ελέγξει. Μία προς μία τις κατονομάζει προσδίδοντας την ευθύνη στους παπικούς, ως αυτουργοί αυτών: «εκθέσμως εις την των Σαββάτων νηστείαν μετέστησαν», «την των νηστειών πρώτην εβδομάδα περικόψαντες», «εις αδηφαγείαν καθείλκυσαν (κατέπεσαν στη λαιμαργία) », «την οδόν των παραβάσεων εμπλατύνοντες», «της ευθείας και βασιλικής τρίβου διαστρέφοντες», «τη των ζιζανίων επισπορά (τας ψυχάς) λυμαινόμενοι11», «οι του σκότους επίσκοποι (επισκόπους γαρ εαυτούς επεφήμιζον)12»!

Κατέφυγαν εισάγοντας το filioque, λέει ο Άγιος, στην κορωνίδα των κακών και αυτό γιατί είναι όλα ασεβή στους ασεβείς και οι πεποιθήσεις και τα λόγια13. Και συνεχίζει τη βροντή, που θα ελέγχει στο μέλλον κάθε θρασύτατη παραχάραξη της αληθείας : «Πόθεν ήκουσας τούτο; Εκ ποίων Ευαγγελιστών την φωνήν έχεις ταύτην; Ποίας Συνόδου το βλάσφημον τούτο ρήμα; …Τις ού κλείσει τα ώτα προς την υπερβολήν της βλασφημίας ταύτης; Αύτη (η πλάνη) κατά των Ευαγγελίων ίσταται· προς τα αγίας παρατάσσεται Συνόδους· τους μακαρίους και αγίους παραγράφεται Πατέρας (είναι εναντία στα Ευαγγέλια, στις Οικουμενικές Συνόδους και τους Πατέρες)…και αυτών των δεσποτικών φωνών η βλάσφημος αύτη και θεομάχος φωνή εξοπλίζεται14».

Προτείνει, τέλος, την ανακήρυξη της Εβδόμης Οικουμενικής Συνόδου αναπτύσσοντας κάθε επιχειρηματολογία προς τούτο για τη περαιτέρω διασφάλιση του ποιμνίου και κατακλείει την ιστορική Εγκύκλιο με μία ωραιοτάτη εκτεταμένη ευχή με αρχή : «Χριστός δε ο αληθινός Θεός ημών, ο πρώτος και μέγας Αρχιερεύς, ο εκούσιον υπέρ ημών Εαυτόν καλλιερησάμενος σφάγιον…»


(συνεχίζεται)


1. Τσελεγγίδης (2012) «»Μεταπατερική» ή «Νεοβαρλααμιτική Θεολογία»; Άγνοια ή άρνηση της αγιότητας; Κριτήρια του ορθοδόξως και απλανώς θεολογείν»

2. Α’ Τιμ.3,15.

3. Μεταλληνός, Γ. (2012) «Από την Πατερικότητα στην Μεταπατερικότητα. Η αυτοαναίρεση της Ορθόδοξης ηγεσίας»

4. Καρμίρης Ι. (1960).Τα Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας. τόμος Ι. (σελ.92). Αθήνα

5. Ως άνω σελ.92

6. Ως άνω σελ.93

7. Ως άνω σελ.322

8. Ως άνω σελ.326

9. Ως άνω σελ.323

10. Ως άνω σελ.325

11. Ως άνω σελ.323

12. Ως άνω σελ.326

13. Ως άνω σελ.324

14. Ως άνω σελ.324

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s