Ὅσιος Ἀγάθων: «Αἱρετικός, χωρισμός ἐστιν ἀπὸ τοῦ Θεοῦ, καὶ οὐ θέλω χωρισθῆναι ἀπὸ τοῦ Θεοῦ».

Τοῦ Σάββα Ἠλιάδη, δάσκαλος – Κιλκίς

(Ἁγία ἀπάντηση στὸν δεσπότη τῆς Ἀμερικῆς)

Ἀνάμεσα στοὺς ὀνομαστοὺς ἀσκητὲς τῆς Αἰγύπτου ποὺ ἔζησαν τὸν 4ο αἰώνα, ξεχωριστὴ θέση κατέχει ὁ ὅσιος Ἀγάθων (8 Ἰαν.). Τὸν συναντοῦμε στὴν ἔρημο, στὴν κοινότητα τῆς Σκήτεως, νὰ ζεῖ μὲ αὐστηρὴ συνέπεια τὸν ἀγγελικὸ βίο. Θαυμαστοὶ ὑπῆρξαν οἱ ἀσκητικοί του ἀγῶνες. Ζηλευτὴ ἡ καρποφορία τῶν ἀρετῶν του καὶ κυρίως τῆς ὑπομονῆς, τῆς ταπεινοφροσύνης καὶ τῆς ἀγάπης. Ἐπειδὴ μάλιστα ἀπὸ τὴ μικρή του ἡλικία παρουσίασε ἔκτακτα πνευματικὰ χαρίσματα σοφοῦ καὶ ἐνάρετου Γέροντα, οἱ πατέρες τῆς ἐρήμου τὸν προσφωνοῦσαν ἀπὸ τότε «ἀββᾶ», δηλαδὴ «πάτερ»! Καὶ ἔλεγαν μεταξύ τους: «Μᾶς ἀναγκάζει νὰ τὸν ὀνομάζουμε ἔτσι ὁ τρόπος τῆς ζωῆς του».

Ζοῦσε ὁ Ὅσιος στὸ κλίμα τῆς θερμῆς καὶ ἀπερίσπαστης προσευχῆς, τῆς προσεκτικῆς μελέτης τῶν Ἁγίων Γραφῶν καὶ τῶν Βίων τῶν Ἁγίων. Κανένα δὲν ἐπιβάρυνε μὲ προσωπικές του ἐξυπηρετήσεις. Ἐργαζόταν μὲ ἐπιμέλεια τὸ προσωπικό του ἐργόχειρο πλέκοντας καλάθια ποὺ πουλοῦσε στὴν Ἀλεξάνδρεια, καὶ μάλιστα σὲ εὐτελέστατη τιμή. Ποτὲ δὲν μετροῦσε τὰ χρήματα ποὺ τοῦ ἔδιναν. Ἦταν ὁ Ὅσιος πηγὴ ἀνεξάντλητης φιλανθρωπίας. Βοηθοῦσε τοὺς ἀνήμπορους ἀσκητές, ἐξυπηρετοῦσε τὶς…ἀνάγκες τῶν καταπονημένων. Τόσο ἀπέραντη ἀγάπη εἶχε, ὥστε ἔλεγε: «Εἰ δυνατὸν ἦν μοι εὑρεῖν κελεφὸν καὶ δοῦναι αὐτῷ τὸ ἐμὸν σῶμα καὶ λαβεῖν τὸ αὐτοῦ, ἡδέως εἶχον. Αὕτη γάρ ἐστιν ἡ τελεία ἀγάπη». Δηλαδή: Ἐάν μοῦ ἦταν δυνατὸν νὰ βρῶ ἕνα λεπρὸ καὶ νὰ τοῦ δώσω τὸ σῶμα μου καὶ νὰ πάρω τὸ δικό του, θὰ ἤμουνα εὐτυχισμένος. Γιατί αὐτὴ εἶναι ἡ τέλεια ἀγάπη.

Κάποια φορᾶ στὴν ἀγορὰ συνάντησε ἕναν ἐγκαταλελειμμένο πάμφτωχο καὶ ἄρρωστο ἄνθρωπο. Γιὰ χάρη του νοικίασε δωμάτιο σὲ ξενώνα στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ ἔμεινε μαζί του καὶ τὸν φρόντιζε ὡς ἀγαπητὸ ἀδελφό τοῦ Κυρίου, μέχρις ὅτου ἔγινε τελείως καλά. Τέσσερις μῆνες κράτησε ἡ θυσιαστικὴ του αὐτὴ διακονία, καὶ ἐπέστρεψε ὁ Ἀγάθων γεμάτος χαρὰ στὴ Σκήτη.

Θαυμαστὸς ὑπῆρξε ἀκόμη ὁ ἀγώνας τοῦ Ὁσίου γιὰ τὴ σιωπή. Θέλοντας νὰ δαμάσει τὴ γλώσσα του ἐπὶ τρία χρόνια ἔβαζε στὸ στόμα του ἕνα βότσαλο γιὰ νὰ ἀσκηθεῖ στὴν ἐγκράτεια τῶν περιττῶν λόγων. Καὶ δίδασκε τοὺς μαθητές του νὰ μὴν προσκολλῶνται στὰ φθαρτὰ πράγματα τῆς γῆς, διότι παρέρχονται καὶ χάνονται, νὰ ἀποφεύγουν τὴν κενόδοξη παρρησία καὶ τὸ θάρρος τὸ ἐγωιστικὸ μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, καὶ νὰ παραμένουν ταπεινοὶ στὸ λόγο καὶ στὸ ἦθος. Νὰ καλλιεργοῦν δὲ τέτοια ἀκρίβεια, ὥστε νὰ μὴ δίνουν ποτὲ τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς κατηγορήσει κάποιος «εἰς οἱονδήποτε πράγμα», γιὰ ὁποιοδήποτε παράπτωμα. Εἶχε δὲ ὁ Ὅσιος τόσο ἀνεξίκακη καρδιά, ὥστε ἔλεγε: «Ποτὲ δὲν κοιμήθηκα ἔχοντας κάτι ἐναντίον κανενός, οὔτε ἄφησα κανένα νὰ κοιμηθεῖ ἔχοντας κάτι ἐναντίον μου, ὅσο ἑξαρτιόταν ἀπὸ μένα».

Κάποιοι ἀδελφοὶ θέλησαν κάποτε νὰ δοκιμάσουν τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν ταπεινοφροσύνη του καὶ τὸν ρώτησαν:

«Ἐσὺ εἶσαι ὁ Ἀγάθων, ποὺ λένε πὼς εἶσαι πόρνος καὶ ὑπερήφανος;».

 -«Ναί, ἀδελφοί μου, ἐγὼ εἶμαι».

«Ἐσὺ εἶσαι o Ἀγάθων ὁ φλύαρος καὶ κατάλαλος;».

«Ναί, ἀδελφοί μου, ἐγὼ εἶμαι». 

«Ἐσὺ εἶσαι ὁ Ἀγάθων ὁ αἱρετικός;»

Καὶ ἐκεῖνος ὁ μακάριος ἀποκρίθηκε: «Τὶς ἀποδέχομαι ὅλες τὶς κατηγορίες, γιατί πολὺ ὠφελοῦν τὴν ψυχή μου οἱ διαπιστώσεις σας αὐτές. Μία ὅμως κατηγορία ἀρνοῦμαι: ὅτι εἶμαι αἱρετικός».

Οἱ ἀσκητὲς τὸν ρώτησαν νὰ τοὺς πεῖ, γιατί ὅσα τοῦ ἔλεγαν πρῶτα τὰ παραδεχόταν γιά τὸν ἑαυτό του, ἐνῶ τὸ λόγο τοῦτο, μὲ τὴν κατηγορία τοῦ αἱρετικοῦ, δὲν τὸν βάσταξε;

Καὶ ὁ ἀββὰς Ἀγάθων τοὺς ἀπάντησε:«Αἱρετικός, χωρισμὸς ἔστιν ἀπὸ τοῦ Θεοῦ, καὶ οὐ θέλω χωρισθῆναι ἀπὸ τοῦ Θεοῦ». Δηλαδή: Τὸ νὰ εἶναι κανεὶς αἱρετικὸς ἀποτελεῖ χωρισμὸ ἀπὸ τὸν Θεό, καὶ ἐγὼ δὲν θέλω νὰ χωρισθῶ ἀπὸ τὸν Θεό.

Ὕστερα ἀπὸ μακροὺς θεοφιλεῖς ἀγῶνες ἔφθασε κάποτε καὶ τὸ τέλος τοῦ Ὁσίου. Καὶ ἐνῶ ἦταν στολισμένος μὲ τὰ εὐωδιαστὰ ἄνθη τῶν ἀρετῶν, στὴν καρδιὰ του βασίλευε ἡ μακαρία ταπεινοφροσύνη. Καὶ τὸ ἀπέδειξε λίγο πρὶν ἀναχωρήσει γιὰ νὰ συναντήσει τὸν Νυμφίο τῆς ψυχῆς του.

Τρία μερόνυχτα πρὶν ἐκδημήσει, κοιτοῦσε μὲ τὰ μάτια ἀκίνητα καὶ ἀνοιχτὰ κάπου ψηλά, ἔκπληκτος.

–Ποῦ εἶσαι, ἀββᾶ Ἀγάθων; τὸν ρώτησαν οἱ μαθητές του, γιὰ νὰ τὸν προκαλέσουν νὰ πεῖ κάτι.

–Εἶμαι μπροστὰ στὸ Κριτήριο τοῦ Θεοῦ! ἀπάντησε ὁ Ὅσιος.

–Καί σὺ φοβᾶσαι; τοῦ εἶπαν.

Καὶ μὲ πολλὴ ταπείνωση ἀπάντησε ὁ ὅσιος Γέροντας:

–Σε ὅλη μου τὴ ζωὴ μέχρι καὶ αὐτὴ τὴ στιγμὴ προσπάθησα, ὅσο μποροῦσα, νὰ ἐφαρμόσω τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ ἄνθρωπος εἶμαι, δὲν γνωρίζω ἂν τελικὰ ὅλα ὅσα ἔπραξα ἦταν εὐάρεστα στὸ Θεό. Δὲν ἐμπιστεύομαι τὸν ἑαυτό μου στὰ καλά μου ἔργα καὶ στὴ δική μου κρίση. Ἄλλη εἶναι ἡ κρίση τῶν ἀνθρώπων καὶ ἄλλη ἡ κρίση τοῦ Θεοῦ.

Ἤθελαν καὶ ἄλλα νὰ ἐρωτήσουν τὸν ὅσιό τους πατέρα οἱ μαθητές του, ἀλλὰ δὲν τοὺς τὸ ἐπέτρεψε λέγοντάς τους:

–«Ποιήσατε ἀγάπην, μὴ λαλεῖτε ἄρτι μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ἀσχολοῦμαι». Κάντε μου τὴ χάρη, μὴ μοῦ μιλᾶτε τώρα, γιατί εἶμαι ἀπασχολημένος.

Καὶ σὲ λίγο γεμάτος χαρά, ὅπως χαιρετᾶ κάποιος τοὺς φίλους καὶ ἀγαπητούς του, ὁ Ὅσιος ἄφησε τὴν τελευταία του πνοὴ στὸ ἔλεος τοῦ πολυεύσπλαχνου Κυρίου.

Ἀλίμονό μας, ἂν ἐλπίζουμε στὰ πανεπιστήμια, τὰ ὁποῖα σιωποῦν «ἠχηρότατα» σὲ θέματα πίστεως καὶ προωθοῦν ἀσεβέστατα τὸ οἰκουμενιστικὸ πνεῦμα, ἀλλὰ καὶ στοὺς πάσης φύσεως ἀκαδημαϊκοὺς καὶ ἐν τῇ Ἑσπερία σπουδαγμένους. Οἱ ἅγιοι, οἱ μέτοχοι τῆς ἐμπειρίας τῆς χάριτος καὶ τῆς ἐν Χριστῷ ἀγάπης, μᾶς ἀποκαλύπτουν ἀληθινὰ καὶ ξεκάθαρα τί σημαίνει αἵρεση καὶ αἱρετικός.

Σάββας Ἠλιάδης, Δάσκαλος Κιλκίς, 8-8-2019

Ρωμαίικο Οδοιπορικό

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s