Το Φανάρι στον 20ο αιώνα – αναζητώντας ποίμνιο, χρήματα και προστάτες.

Έχοντας ζήσει δύο ενωτικές συνόδους και αλληλεπιδράσεις με αποστάτες διαφόρων αποχρώσεων, το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως βρήκε αξιόπιστους προστάτες στο Υπουργείο Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών.

Οι Φαναριώτες αρέσκονται στο να επαναλαμβάνουν ότι «το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως ενσαρκώνει το γνήσιο εκκλησιαστικό ήθος της Ορθοδοξίας». Ωστόσο μετά από μια πιο προσεκτική ματιά το «ήθος» αυτό φαίνεται, το λιγότερο, αντιφατικό. Όσο λυπηρό κι αν ακούγεται η πιο εμφανής (αν και μάλλον όχι η κύρια) πλευρά αυτού του ήθους είναι η διαφθορά. Και οι πρόσφατες ενέργειες της Κωνσταντινουπόλεως στην Ουκρανία αποτελούν μια λογική συνέχεια της πολιτικής της καθ’ όλη την διάρκεια του 20ου αιώνα.

Πρώτα όμως μία σημαντική επισήμανση. Η Ορθοδοξία οφείλει πολλά στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Από τα βάθη αυτής της Τοπικής Εκκλησίας ήρθε πλήθος Αγίων και Μαρτύρων. Ο Ορθόδοξος κόσμος ευγνωμονεί την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως για το Λειτουργικό Τυπικό Της, τον Μοναστικό Κανόνα και την Θεολογική Παράδοση. 

Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ποια θα ήταν σήμερα η Ορθοδοξία δίχως τους Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη Χρυσόστομο, Γρηγόριο Θεολόγο, Μέγα Φώτιο· δίχως τον Θεόδωρο Στουδίτη, τους Αθωνίτες Αθανάσιο και Πέτρο· δίχως τον Ανδρέα τον δια Χριστόν σαλό και πολλούς άλλους.

Οι κληρικοί και οι λαϊκοί της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως κράτησαν την Ορθοδοξία κατά την διάρκεια της πεντακοσαετούς Οθωμανικής κυριαρχίας. Πολλές γενιές αυτών των ανθρώπων υπέμειναν την ανομία, την ταπείνωση τις απειλές κατά της ζωής τους αλλά την Ορθοδοξία δεν την αρνήθηκαν.  

Ωστόσο το ίδιο δεν μπορεί να ειπωθεί για την κυριαρχούσα ηγεσία του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, η οποία ακόμη και κατά την διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας βυθίστηκε σε μηχανορραφίες και πάλη για την εξουσία, ενώ όταν ήταν υπό την κυριαρχία των Τούρκων μετετράπη σε ένα διεφθαρμένο παράρτημα του τουρκικού γραφειοκρατικού συστήματος. Η εικόνα που εμφανίστηκε ήταν μάλλον αποτροπιαστική: οι λαϊκοί και οι κληρικοί παρέμεναν πιστοί στην Ορθοδοξία απέναντι σε κάθε πρόκληση και η διοικητική ελίτ του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως έπλεκε διάφορες πολιτικές ραδιουργίες δίχως να δίνει την δέουσα προσοχή στα μέσα που χρησιμοποιούσε.

Αυτό όμως θα ήταν το μισό το κακό: συμβαίνει σε πολλές ανθρώπινες κοινωνίες. Το πρόβλημα ήρθε στις αρχές του 20ου αιώνα όταν αυτή η διοικητική ελίτ έχασε το ποίμνιό της.  

Στην δεκαετία του 1920, μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, την γενοκτονία των Ελλήνων και των Αρμενίων στην Μικρά Ασία και την ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδος, δεν έμεινε σχεδόν καθόλου Ελληνικός πληθυσμός στην Τουρκία, και το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως διαχωρίστηκε από τον Τουρκικό κρατικό μηχανισμό. Έτσι το Φανάρι έχασε το ποίμνιό του, την υποστήριξη των αρχών και τα μέσα επιβίωσης. Σε γενικές γραμμές έχασε κάτι περισσότερο – τον ίδιο τον σκοπό της ύπαρξής του. Ως εκ τούτου το Φανάρι άρχισε πανικόβλητο να ψάχνει να βρει με τι θα αντικαταστήσει αυτό που έχασε.

Αναζητώντας το ποίμνιο.

Σύμφωνα με την απογραφή του 1914, στην Τουρκία ζούσαν 1,8 εκατομμύρια Έλληνες, οι οποίοι αναλογούσαν στο 8,5% του συνολικού πληθυσμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, στην οποία σκοτώθηκαν βάναυσα περίπου 700 χιλιάδες Έλληνες, και μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών που είχε ως αποτέλεσμα να αποχωρήσουν όλοι σχεδόν οι υπόλοιποι Έλληνες από την Τουρκία, το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως έμεινε χωρίς το ποίμνιό του. Ο Γάλλος ιστορικός Edouard Drio έγραψε ότι «η Μικρασιατική καταστροφή ήταν πιο μεγάλη και πιο φριχτή από την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως». [σ.σ. σύμφωνα με την ‘Ρεπούσια Σχολή’ ήταν απλά ένας ‘συνωστισμός’].

Υπό αυτές τις συνθήκες οι ιεράρχες του Φαναρίου άρχισαν να αναζητούν ποιος θα αναπληρώσει το χαμένο τους ποίμνιο. Οι Έλληνες που μετανάστευσαν από την Μικρά Ασία στην Ελλάδα εντάχθηκαν στην Εκκλησία της Ελλάδος, η οποία διαχωρίστηκε από την Κωνσταντινούπολη το 1833 και αναγνωρίστηκε από το Φανάρι το 1850.  

Στην δικαιοδοσία της Κωνσταντινούπολης παρέμειναν οι Έλληνες που πήγαν στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης και στις Ηνωμένες Πολιτείες, δηλαδή στις χώρες στις οποίες δεν υπήρχαν ιστορικές Τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες.

Και τότε οι Φαναριώτες ανακάλυψαν την ιδέα να ανακηρύξουν όλους τους Ορθοδόξους ανεξαιρέτως, στις χώρες που δεν υπήρχε Τοπική Εκκλησία, υπό την δικαιοδοσία του Φαναρίου (ανεξάρτητα από τις επιθυμίες τους και ανεξάρτητα από τις επιθυμίες της Εκκλησίας από της Οποίας το κανονικό έδαφος αποχώρησαν).

Την εποχή εκείνη και ως αποτέλεσμα της Οκτωβριανής Επανάστασης του 1917 και του εμφυλίου που ακολούθησε, εκατομμύρια μετανάστες, εκατοντάδες ιερείς και δεκάδες επίσκοποι εγκατέλειψαν την Ρωσία. Χώρες που αποτελούσαν τμήμα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας διακήρυξαν την ανεξαρτησία τους. Η Πολωνία, η Φινλανδία, η Εσθονία, η Λετονία, η Λιθουανία όχι μόνο χωρίστηκαν από την Ρωσία αλλά και άρχισαν να ακολουθούν μια καθαρά αντι-Ρωσική πολιτική. Οι Ορθόδοξες Εκκλησίες στις χώρες αυτές έγιναν αντικείμενα διαπραγμάτευσης στα χέρια των τοπικών αρχών και των Φαναριωτών ιεραρχών. Κάποιοι ανάγκασαν τους κληρικούς και τις επισκοπές να διακόψουν όλες τις σχέσεις με την Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, ενώ για άλλες δήλωσαν ότι βρίσκονται υπό την δικαιοδοσία τους.   

Η θέση των ίδιων των πιστών, της επισκοπής και του κλήρου αγνοήθηκε παντελώς.

Εν συνεχεία, το 1923 το Φανάρι «απέκτησε» την Φιλανδική Ορθόδοξη Εκκλησία, η Οποία εκείνον τον καιρό ήταν αυτόνομη εντός της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Το ίδιο έτος το Φανάρι προσάρτησε την Εσθονική Ορθόδοξη Εκκλησία (τώρα Εσθονική Αποστολική Ορθόδοξη Εκκλησία), η οποία υπέβαλε αίτημα αυτοκεφαλίας στο Φανάρι αλλά κατέληξε να γίνει Εσθονική Ορθόδοξη Μητρόπολη του Φαναρίου.

Την δεκαετία του 1930 το ίδιο περίπου εφαρμόστηκε στην Λετονία, όπου στήθηκε η Λετονική Ορθόδοξη Εκκλησία υπό την δικαιοδοσία της Κωνσταντινουπόλεως.

Όσο για την Πολωνία, το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, στηριζόμενο στην υποστήριξη των τοπικών αρχών, χορήγησε αυτοκεφαλία στην Πολωνική Ορθόδοξη Εκκλησία. Χωρίς να μπούμε στις λεπτομέρειες της Πολωνικής ιστορίας μπορεί να ειπωθεί ότι αυτή η αυτοκεφαλία στήθηκε με απειλές, εξαπάτηση και βία. Το 1948 οι Πολωνοί ιεράρχες επέστρεψαν μετανοημένοι στον Πατριάρχη Μόσχας Αλέξιο και στην συνέχεια έλαβαν νόμιμη αυτοκεφαλία από την Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία.

Τον Φεβρουάριο του 1931 το Φανάρι σφετερίστηκε Ρωσικές υπερπόντιες ενορίες, οι οποίες βρίσκονταν υπό την δικαιοδοσία του Ρώσου μετανάστη Μητροπολίτη Ευλόγιου (Eulogy Georgievsky). Άλλη μία απάτη διαπράχθηκε και στην περίπτωση αυτή. Όταν ο Μητροπολίτης Ευλόγιος έγινε δεκτός στην δικαιοδοσία του Φαναρίου χωρίς την συγκατάθεση της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, τόνισαν εμφατικώς ότι αυτό ήταν προσωρινό μέτρο λόγω της υποβαθμισμένης θέσης της Εκκλησίας στην ΕΣΣΔ. Ο προσωρινός χαρακτήρας αυτής της δικαιοδοτικής υπαγωγής αντανακλάται και στο ίδιο το όνομα αυτής της δομής: Προσωρινή Εξαρχία του Αγίου Αποστολικού και Πατριαρχικού Θρόνου Κωνσταντινουπόλεως στην Δυτική Ευρώπη.  

Ωστόσο, όταν το 1945 ο Μητροπολίτης Ευλόγιος θέλησε να επιστρέψει στην αγκαλιά της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, η Κωνσταντινούπολη δεν του έδωσε εξουσιοδοτημένη επιστολή. Επιπλέον, η Αρχιεπισκοπή των Ορθοδόξων Ρωσικών Εκκλησιών στην Δυτική Ευρώπη όχι μόνο βρίσκεται ακόμη υπό τη δικαιοδοσία της Κωνσταντινουπόλεως αλλά έχασε και αυτό το καθεστώς της εξαρχίας με την απόφαση της Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως στις 27 Νοεμβρίου του 2018.  

Αναζητώντας προστάτες.

Εδώ θα πρέπει επίσης να κάνουμε μια παράκαμψη και να θυμηθούμε ότι η Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατέφυγε περισσότερες από μία φορά στην βοήθεια διαφόρων κρατών και φυλών. Ήταν απαραίτητο φυσικά να πληρώσει για αυτήν την βοήθεια: με χρήματα, εδάφη, πολεμικά τρόπαια, θέσεις και τίτλους.

Υπήρξαν όμως περιπτώσεις που έπρεπε να πληρώσει η Ορθοδοξία. Έτσι το 1274 ολοκληρώθηκε η Ενωτική Σύνοδος της Λυών. Προηγήθηκαν τα παρακάτω γεγονότα.

Το 1204 κατά την Τέταρτη Σταυροφορία, οι Σταυροφόροι κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη. Παρεμπιπτόντως η πολιορκία αυτή χαρακτηρίστηκε από σφαγές, βία, λεηλασίες και καταστροφές πολιτιστικών μνημείων. Σύμφωνα με ιστορικά έγγραφα η βαναυσότητα των Σταυροφόρων ήταν πολύ μεγαλύτερη από τις ακρότητες των Τούρκων στην κατάληψη της Κωνσταντινούπολης το 1453.  

Το 1261 όμως ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος (1259-82) κατέκτησε την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Ο Λατίνος αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη Βαλδουίνος Β’ κατέφυγε στην Δύση και άρχισε να ζητά από τον Πάπα Ουρβανό τον Δ’ να διοργανώσει άλλη μία σταυροφορία εναντίον του Βυζαντίου. Ο Πάπας τον στήριξε πλήρως και οι Ευρωπαίοι άρχοντες άρχισαν να προετοιμάζονται για πόλεμο εναντίον του Βυζαντίου. Για να αποτρέψει αυτήν την απειλή, ο Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος πούλησε την Ορθοδοξία στον Πάπα. Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιωσήφ που εναντιώθηκε στην ένωση εκθρονίστηκε και αντικαταστάθηκε από τον υπάκουο Ιωάννη ΙΑ’ Βέκκο που συμφωνούσε με την ένωση. 

Έτσι ήταν και το 1439, όταν η απειλή κατάκτησης από τους Τούρκους κύκλωνε την Κωνσταντινούπολη και ο αυτοκράτορας Ιωάννης Η’ Παλαιολόγος χρειαζόταν επειγόντως στρατιωτική και οικονομική βοήθεια για να τους αντιμετωπίσει. Εκείνη την εποχή οι Βυζαντινοί πούλησαν πάλι την Ορθοδοξία χωρίς όμως κανένα όφελος – το 1453 η Βυζαντινή Αυτοκρατορία έπαψε να υπάρχει. [σ.σ. υπήρχε ποτέ περίπτωση η προδοσία της Ορθοδόξου πίστεως να φέρει κάποιο όφελος; Αντιθέτως, φέρνει πάντα την καταστροφή.]

Προς τιμήν των κληρικών και των λαϊκών πρέπει να ειπωθεί ότι δεν δέχθηκαν ούτε την Ενωτική Σύνοδο της Λυών ούτε της Φλωρεντίας· η ηγεσία του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως όμως δεν είχε ενδοιασμούς να προδώσει την πίστη. 

Στις αρχές του 20ου αιώνα το Φανάρι, το οποίο είχε εκπέσει από την κυβέρνηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, προσπάθησε να βρει προστάτες στην Βρετανική Αυτοκρατορία, μια από τις ισχυρότερες δυνάμεις παγκοσμίως εκείνη την εποχή. Οι Φαναριώτες γι’ αυτόν τον λόγο άρχισαν να σχεδιάζουν μια νέα ένωση, όχι όμως με τους Λατίνους αυτήν την φορά αλλά με τους Αγγλικανούς.   

Για να έλθουν πιο κοντά στους Αγγλικανούς ο Πατριάρχης Μελέτιος Δ’ (Μεταξάκης) συγκάλεσε Πανορθόδοξο Συνέδριο, στο οποίο συμμετείχαν επτά επίσκοποι, ένας αρχιμανδρίτης και δύο λαϊκοί. Το συνέδριο αυτό αποφάσισε να μεταβεί στο νέο Ιουλιανό ημερολόγιο (στην πραγματικότητα Γρηγοριανό), το οποίο ακολουθούσαν οι Αγγλικανοί, και να καθορίσει την ημερομηνία του Πάσχα βάσει των «επιστημονικών δεδομένων». Ωστόσο το Ηνωμένο Βασίλειο δεν προσέφερε σημαντική βοήθεια στους Φαναριώτες και το σχέδιο της ένωσης πάγωσε.  

Επόμενος πιθανός προστάτης για το Φανάρι θεωρήθηκε η… ΕΣΣΔ. Παρά το γεγονός ότι η Σοβιετική κυβέρνηση από την αρχή δήλωσε εχθρός της Εκκλησίας, το Φανάρι επί σειρά ετών προσπάθησε να κερδίσει την υποστήριξη των Μπολσεβίκων και να εκπληρώσει επιμελώς την επιθυμία τους να αναγνωριστεί η Ζώσα (Ανακαινιστική) «Εκκλησία». Παρ’ όλο που ήταν ξεκάθαρο σε όλους από την αρχή ότι ο «Ανακαινισμός» είναι εργαλείο της OCU, το οποίο δημιουργήθηκε με σκοπό να καταστρέψει την Ορθοδοξία.

Αλλά στα μάτια του Φαναρίου αυτό ήταν αποδεκτό διότι εκείνη την εποχή -αρχές δεκαετίας του ’20-, η Σοβιετική κυβέρνηση ήταν η μόνη που επηρέαζε τη νέα επαναστατική κυβέρνηση της Τουρκίας που ηγείτο ο Κεμάλ Ατατούρκ.  

Το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως έφτασε στο σημείο να καλέσει τον άγιο ομολογητή Πατριάρχη Τύχωνα να παραιτηθεί και να παραδώσει την θέση του στους «Ανακαινιστές». Όλα αυτά έγιναν για να πείσουν οι Μπολσεβίκοι τον Ατατούρκ να μην ακολουθήσει πολιτική δίωξης του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Φρικτό: να βοηθήσει τους Μπολσεβίκους να καταστρέψουν την Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία με αντάλλαγμα να πείσουν τους Τούρκους να μην καταστρέψουν την Κωνσταντινούπολη. Αλλά και εδώ το Φανάρι απογοητεύθηκε: οι Μπολσεβίκοι δεν είχαν καμμία πρόθεση να βοηθήσουν την Κωνσταντινούπολη.  

Τέλος, στη δεκαετία του ’40 το Φανάρι βρήκε προστάτη – το Υπουργείο Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών. Για την ακρίβεια, ο ένας βρήκε τον άλλον. Το 1948, Αμερικανοί διπλωμάτες ενεργώντας μέσω των Τουρκικών και Ελληνικών αρχών (όλες αυτές οι χώρες ήταν μέλη του ΝΑΤΟ), ανάγκασαν τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μάξιμο Ε’ (Βαπορτζή) να παραιτηθεί. Ο πραγματικός λόγος ήταν η συμπάθειά του για την Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία.  

Στη θέση του το υπουργείο Εξωτερικών τοποθέτησε έναν Αμερικανό πολίτη, τον Μητροπολίτη Αθηναγόρα (Σπύρου). Για την πτήση του προς την Κωνσταντινούπολη ο Αμερικανός Πρόεδρος Χάρυ Τρούμαν (αυτός που διέταξε τον βομβαρδισμό της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι) διέθεσε το προεδρικό του αεροπλάνο. Αμέσως μετά την άφιξή του ο Αθηναγόρας έλαβε Τουρκικό διαβατήριο και την επόμενη ημέρα έγινε πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως.  

Η αφοσίωσή του στις Ηνωμένες Πολιτείες αποδεικνύεται από την αναφορά του Ρόμπερτ Μακάτι, Γενικού Πρόξενου των Ηνωμένων Πολιτειών στην Κωνσταντινούπολη, προς το Υπουργείο Εξωτερικών: «Κατά την πρώτη επίσημη επίσκεψή μου στον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα την 1η Απριλίου [1953], ο Πατριάρχης αφιέρωσε τον περισσότερο χρόνο του για να εκφράσει την αγάπη και τον θαυμασμό του προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Έφτασε στο σημείο να δηλώσει ότι βλέπει την προώθηση των Αμερικανικών ιδεωδών ως τον ακρογωνιαίο λίθο του έργου του ως πατριάρχης. Ο θαυμασμός που εξέφραζε για τις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν τόσο υπερβολικός ώρες ώρες, που με έκανε να νοιώθω σχεδόν αμήχανος.» 

Σε όλο του το έργο ο Πατριάρχης Αθηναγόρας προσπάθησε να δικαιώσει την εμπιστοσύνη του Υπουργείου Εξωτερικών. Πάλεψε σκληρά και σταθερά τόσο με την Σοβιετική Ένωση όσο και με την Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία. Ο οικουμενισμός του έφτασε σε τέτοιο σημείο ώστε να αρνηθεί την ύπαρξη των αιρέσεωνΚαι δεν τις βλέπω (αιρέσεις) πουθενά. Βλέπω μόνο αλήθειες, ατελείς, περιορισμένες, οι οποίες μερικές φορές βρέθηκαν εκτός τόπου και ισχυρίζονται ότι κατανοούν και περιέχουν ένα ανεξάντλητο μυστήριο», είπε σε συνέντευξή του στον Γάλλο ιστορικό και θεολόγο Olivier Cleman.  

Από τότε η επιρροή του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ στο Φανάρι έχει μόνο αυξηθεί. 

Αναζητώντας χρηματοδότες.

Το Φανάρι βρήκε επίσης στο εξωτερικό την κύρια πηγή χρηματοδότησης. Ένας μεγάλος αριθμός Ελλήνων που μετανάστευσαν από την Μικρά Ασία την δεκαετία του 1920 βρέθηκαν στις ΗΠΑ. Εδώ το Ελληνικό επιχειρηματικό δαιμόνιο έφερε γρήγορα καρπούς. Σήμερα, η Ελληνική διασπορά στις Ηνωμένες Πολιτείες αριθμεί γύρω στους 1,3 έως 3 εκατομμύρια ανθρώπους. Πολλοί Έλληνες δημιούργησαν τεράστια κεφάλαια, έγιναν σημαίνοντες πολιτικοί και επιχειρηματίες. 

Ακολουθούν μόνο κάποια από τα ονόματα.

Τζιμ Ντέιβις – ιδιοκτήτης της εταιρείας υποδημάτων «New Balance».
Ιωάννης Κασιματίδης – ιδιοκτήτης ομάδας εταιρειών, συμπεριλαμβανομένων των μεγαλύτερων σουπερμάρκετ στην Νέα Υόρκη και την Φλόριντα, καθώς και 400 εταιρείες αερίου και ακίνητα.
Ιωάννης Παύλος [Degioriya] – ιδιοκτήτης της εταιρείας κοσμητολογίας «John Paul Mitchell Systems».
• Σπύρο Θίοντορ Άγκνιου – αντιπρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών (1969-73).
Τζορτζ Τένετ – διευθυντής της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών και επικεφαλής της CIA (1997-2004).
Τζέιμς Σταυρίδης – Διοικητής του ΝΑΤΟ (2009-13).

Το 1988 ο Έλληνας Μιχαήλ Δουκάκης ήταν υποψήφιος για πρόεδρος με τους Δημοκρατικούς. Οι Έλληνες μαζί με τους Ιρλανδούς είναι οι δύο εθνικότητες που επιτρέπεται να γιορτάσουν τις διακοπές τους στον Λευκό Οίκο, παρά το γεγονός ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες υπάρχουν περίπου 30 εθνικότητες που είναι και πιο πολυάριθμες. 

Αν ανακαλέσουμε ότι η Ελληνική κοινότητα στην Κωνσταντινούπολη έχει ουσιαστικά
συρρικνωθεί (σήμερα υπάρχουν περίπου 2-3 χιλιάδες Έλληνες που ζουν εκεί, κυρίως το προσωπικό του Πατριαρχείου και τα μέλη των οικογενειών τους), γίνεται σαφές ότι η χρηματοδότηση του Φαναρίου εξαρτάται από την Ελληνική κοινότητα στις ΗΠΑ. Το Ελληνικό λόμπι, που είναι σταθερά προσδεμένο στο Αμερικανικό πολιτικό κατεστημένο, καθορίζει την πολιτική των Φαναριωτών. 

Όπως βλέπουμε υπάρχει αμοιβαίο όφελος. Ωστόσο η Ορθοδοξία αυτή καθ’ αυτή γίνεται αντικείμενο διαπραγμάτευσης όπως και στους προηγούμενους αιώνες.

Το σημερινό αποτέλεσμα μετά την εκπλήρωση, εκ μέρους των Φαναριωτών, των αιτημάτων των υπερπόντιων προστατών και χρηματοδοτών, είναι:

Η Κωνσταντινούπολη διεκδικεί την κυριαρχία πάνω σε όλες τις Τοπικές Εκκλησίες – τι άλλο είναι αυτό εκτός από παρέκκλιση από το δόγμα της «Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας»;

Εισπήδηση στην κανονική επικράτεια μιας άλλης Τοπικής Εκκλησίας – τι άλλο είναι αυτό εκτός από παραβίαση των Ιερών κανόνων, οι οποίοι περιορίζουν την εξουσία των πατριαρχών μόνο στα όρια των Τοπικών τους Εκκλησιών;

Αποδοχή των Ουκρανών σχισματικών σε κοινωνία – τι άλλο είναι αυτό εκτός από συμμετοχή του ίδιου του Φαναρίου σε σχίσμα;

Ανάθεση όλων των Ορθόδοξων ομολογιών της Ουκρανίας στην δικαιοδοσία του εαυτού μου – τι άλλο είναι αυτό εκτός από παράβαση της εντολής «ου κλέψεις»; 

Πρόκειται για «ήθος» της πίσω πόρτας του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και έχω την αίσθηση ότι αφορά μόνο τους πρωτοκλασάτους. 

***

Μετάφραση Φαίη.

Πηγή Union of Orthodox Journalists

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s